
Στο πλαίσιο της συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η οποία επικεντρώθηκε σε θέματα θαλάσσιας ασφάλειας και οργανώθηκε υπό την προεδρία του Μπαχρέιν, η ελληνική διπλωματία αντέδρασε έντονα σε μια δήλωση του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας, Αχμέτ Γιλντίζ. Ο Τούρκος αξιωματούχος, κατά την τοποθέτησή του, έκανε χρήση του όρου «Τουρκικά Στενά», ο οποίος, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ορισθέν από τη Σύμβαση του Μοντρέ καθεστώς. Η Ελλάδα, μέσω της επίσημης παρέμβασής της, τόνισε τη σημασία της τήρησης της εν λόγω διεθνούς συμφωνίας, η οποία ρυθμίζει τη διέλευση των στενών, διασφαλίζοντας την ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των παράκτιων κρατών και της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Η χρήση αυτής της ορολογίας από την τουρκική πλευρά θεωρείται ότι υπονομεύει την αρχή της δικαιοκρατίας στις διεθνείς σχέσεις και αποσκοπεί στη δημιουργία αμφισβητήσεων επί θεμελιωδών ζητημάτων.
Η χώρα μας επέδειξε για άλλη μια φορά την αδιαπραγμάτευτη δέσμευσή της στην υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και την πάγια θέση της για τον σεβασμό των υφιστάμενων διεθνών συνθηκών. Η ελληνική αντίδραση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν αποτελεί μια απλή διπλωματική εκκεντρικότητα, αλλά μια συνειδητή και στρατηγική κίνηση που αναδεικνύει την πάγια ανησυχία της χώρας για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων και την ακεραιότητα του διεθνούς νομικού πλαισίου. Ο χαρακτηρισμός «Τουρκικά Στενά» από τον Αχμέτ Γιλντίζ, αντιπρόσωπο της Τουρκίας, ερμηνεύεται από την Αθήνα ως μια αποτυχημένη προσπάθεια μονομερούς αναθεώρησης ή, τουλάχιστον, παρέμβασης στο καθεστώς που θεσμοθετήθηκε με τη Σύμβαση του Μοντρέ. Η Σύμβαση αυτή, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1936, καθορίζει με σαφήνεια τους κανόνες διέλευσης από τα Στενά του Βοσπόρου, της Μαρμαρίδας και των Δαρδανελίων, διασφαλίζοντας την ελεύθερη ναυσιπλοΐα για όλα τα πλοία, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Τουρκίας ως παράκτιας δύναμης.
Η Ελλάδα, ως χώρα που διατηρεί ζωτικά συμφέροντα σε ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου, θεωρεί απολύτως απαράδεκτη την οποιαδήποτε απόπειρα αμφισβήτησης ή παραβίασης αυτών των καθιερωμένων διεθνών κανόνων. Η ουσία της ελληνικής παρέμβασης έγκειται στην επανεπιβεβαίωση ότι ο όρος «Τουρκικά Στενά» δεν αντιστοιχεί στη νομική πραγματικότητα που διαμορφώνουν οι διεθνείς συμφωνίες, και κυρίως η Σύμβαση του Μοντρέ, η οποία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για τη ρύθμιση της ναυσιπλοΐας στα εν λόγω ύδατα. Η Ελλάδα, με αυτή την ενέργεια, στέλνει ένα σαφές μήνυμα στην τουρκική πλευρά, αλλά και στην διεθνή κοινότητα, ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί προσπάθειες που αποσκοπούν στην αλλοίωση του status quo ή στη δημιουργία ερμηνευτικών αμφισβητήσεων, οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να οδηγήσουν σε αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής.
Η προσήλωση της Ελλάδας στην πιστή εφαρμογή των διεθνών συνθηκών και η αποστολή μηνυμάτων διαφάνειας και νομιμότητας αποτελούν πυλώνες της εξωτερικής πολιτικής της. Η συνεχής επιτήρηση και η έγκαιρη αντίδραση σε κάθε απόπειρα διαστρέβλωσης ή υπονόμευσης του διεθνούς δικαίου είναι καθήκον της, ειδικά όταν τα εθνικά συμφέροντα βρίσκονται στο επίκεντρο. Η στάση της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας αποτυπώνει την ετοιμότητά της να υπερασπιστεί τα εθνικά της δικαιώματα και συμφέροντα, τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών. Ο χαρακτηρισμός «Τουρκικά Στενά» από τον εκπρόσωπο της Τουρκίας, κατά τη συζήτηση για τη θαλάσσια ασφάλεια, ερμηνεύτηκε από την Αθήνα ως μια αναγνώριση μιας de facto κατάστασης που δεν έχει νομική βάση, ξεχνώντας τη διεθνή νομική πραγματικότητα που ορίζεται από τη Σύμβαση του Μοντρέ.
Η εν λόγω Σύμβαση, ως ένας διεθνής κανονισμός, έχει ως στόχο την εναρμόνιση των συμφερόντων όλων των εμπλεκομένων μερών, διασφαλίζοντας την ασφαλή και απρόσκοπτη διέλευση, ενώ παράλληλα σέβεται την κυριαρχία της Τουρκίας. Η ελληνική πλευρά, εκφράζοντας τη διαφωνία της, υπογραμμίζει την ανάγκη για σεβασμό των καθιερωμένων διεθνών κανόνων και την αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας που μπορεί να θεωρηθεί προκλητική ή να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα. Η διπλωματική αυτή αντιπαράθεση στο υψηλότερο διεθνές φόρουμ αναδεικνύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας στην προσπάθειά της να διατηρήσει τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην ευρύτερη γεωπολιτική της περιοχή.













