
Το Υπουργείο Εργασίας εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τη μείωση του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας, προτείνοντας τη μετάβαση σε ένα 32-35ωρο εβδομαδιαίως, με ταυτόχρονη διατήρηση των πλήρων μισθολογικών αποδοχών. Ειδικότερα, λίγο πριν την εορτασμό της Πρωτομαγιάς, ημέρας αφιερωμένης στους αγώνες των εργαζομένων, το υπουργείο χαρακτήρισε αυτή την εξαγγελία ως «λαϊκιστική». Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου παρουσιάζει σοβαρούς κινδύνους, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει στο αναγκαστικό κλείσιμο χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που αποτελούν τον πυρήνα της εθνικής οικονομίας. Παράλληλα, η πολιτική αυτή θα μπορούσε να επιφέρει αύξηση της ανεργίας, θέτοντας σε κίνδυνο τις θέσεις εργασίας χιλιάδων εργαζομένων, οι οποίοι αγωνιούν για την επαγγελματική τους σταθερότητα σε ένα ήδη απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον. Η κυβέρνηση εστιάζει στην ανάγκη για ρεαλιστικές λύσεις και βιώσιμες πολιτικές.
Η θέση του Υπουργείου Εργασίας επικεντρώνεται στην άποψη ότι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ, ενώ ενδεχομένως εκφράζει προθέσεις για βελτίωση των συνθηκών εργασίας, δεν λαμβάνει υπόψη την κρίσιμη πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς εργασίας και της επιχειρηματικότητας. Η προώθηση ενός δραστικά μειωμένου ωραρίου χωρίς αντίστοιχη προσαρμογή στο παραγωγικό μοντέλο και στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, δύναται να αποβεί καταστροφική. Τονίστηκε η σημασία της ενίσχυσης της παραγωγικότητας μέσω της καινοτομίας, της τεχνολογίας και της επένδυσης στο ανθρώπινο δυναμικό, προκειμένου να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη ευημερία. Επισημάνθηκε ότι προτεραιότητα είναι η διασφάλιση της σταθερότητας και η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, κάτι που επιτυγχάνεται μέσα από προσεκτικό σχεδιασμό και στέρεες οικονομικές βάσεις, και όχι μέσω εξαγγελιών που ενέχουν τον κίνδυνο δημιουργίας νέων προβλημάτων. Το υπουργείο υπογράμμισε ότι η οποιαδήποτε αλλαγή στο ωράριο εργασίας πρέπει να είναι αποτέλεσμα εκτενούς διαβούλευσης με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς – εργαζομένους, εργοδότες, και ειδικούς – και να βασίζεται σε στέρεες οικονομικές αναλύσεις.
Μια τέτοια αλλαγή θα πρέπει να είναι ευθυγραμμισμένη με τις τάσεις που επικρατούν στην Ευρώπη και διεθνώς, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας. Η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι η αύξηση της παραγωγικότητας και η ευελιξία στην εργασία, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των δεξιοτήτων των εργαζομένων, αποτελούν τους πραγματικούς μοχλούς για τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Η κυβέρνηση δίνει έμφαση σε πολιτικές που στοχεύουν στην αειφόρο ανάπτυξη και στην προστασία των ευάλωτων ομάδων, αποφεύγοντας την υιοθέτηση πολιτικών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αρνητικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, θέτοντας εν αμφιβόλω την επίτευξη των εθνικών στόχων. Η εστίαση παραμένει στη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για επενδύσεις και επιχειρηματικότητα, που τελικά θα ωφελήσει και τους εργαζόμενους.
Επιπλέον, υπήρξε η επισήμανση ότι η πρόταση για 4ήμερη εργασία, χωρίς ουσιαστικές μειώσεις μισθών, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεων. Πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ενδέχεται να μην αντέξουν ένα τέτοιο μοντέλο, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του παραγόμενου προϊόντος ή της προσφερόμενης υπηρεσίας. Η αυξημένη πίεση στο κόστος παραγωγής, σε συνδυασμό με την πιθανή ανάγκη για αύξηση του προσωπικού προκειμένου να καλυφθεί το χαμένο ωράριο, θα μπορούσε να καταστήσει πολλές από αυτές μη ανταγωνιστικές. Η κυβέρνηση, επομένως, προκρίνει την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων που προάγουν την καινοτομία και την τεχνολογική αναβάθμιση, καθώς και την παροχή κινήτρων για επενδύσεις που δημιουργούν μακροπρόθεσμη απασχόληση και οικονομική ανάπτυξη, αντί να υιοθετεί πολιτικές που ενέχουν τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της αγοράς εργασίας και της επιχειρηματικής δραστηριότητας, δίνοντας προτεραιότητα στην ασφάλεια και την πρόοδο της πλειοψηφίας των πολιτών.













