
Καθημερινά, τα βλέμμα μου στρέφονται προς το μπαλκόνι, εκεί όπου στέκουν τα λουλούδια που εκείνη εφύτευσε κάποτε, προσφέροντας χρώμα και ζωή στον χώρο. Πράσινα, ανθισμένα, ακριβώς όπως τα θυμάμαι, σαν να μην πέρασε μια μέρα, σαν να είναι η ίδια πάντα εδώ, αυτή την εποχή, αυτή τη στιγμή. Η παρουσία της, η φροντίδα της, η παντοτινή της αφοσίωση, όλα αυτά αντικατοπτρίζονται σε κάθε άνθος, σε κάθε φύλλωμά τους. Εκείνη, όμως, έχει φύγει. Χρόνια τώρα, έχει αφήσει αυτόν τον κόσμο, αφήνοντας πίσω της ένα κενό που τίποτα δεν μπορεί να γεμίσει. Κι όμως, η ανάγκη της, η λαχτάρα να ακούσω τη φωνή της, να νιώσω την αγκαλιά της, είναι καθημερινή. Μα κάθε μέρα. Τη ζητάω. “Αχ μάνα,” ψιθυρίζω, “πες μου ρε μάνα, πού είσαι ρε μαμά;” Της παραπονιέμαι, εκμυστηρεύομαι τις αγωνίες μου, τις μικρές και μεγάλες δυσκολίες της ζωής.
“Εσύ ‘φταις” λέω, με ένα χαμόγελο πίκρας, “που μέσα από εσένα έμαθα να αγαπώ, να ελπίζω, να προσπαθώ. Εσύ ‘φταις που η καρδιά μου χτυπάει με τον ρυθμό της δικής σου, που κάθε μου αντίδραση, κάθε μου χαρά, κάθε μου πόνος, έχει τις ρίζες του στην δική σου ύπαρξη.” Είναι μια αλήθεια αδιαμφισβήτητη, ένα χρέος απέναντι σε αυτήν που μου έδωσε τη ζωή, που με μεγάλωσε με αγάπη και θυσίες. Η δύναμη που μου ενέπνεσε, οι αξίες που μου δίδαξε, είναι τα εφόδια που με συνοδεύουν σε κάθε μου βήμα, σε κάθε μου προσπάθεια να κάνω τον κόσμο λίγο καλύτερο, όπως εκείνη ονειρευόταν. Αυτός ο διάλογος, αυτή η εσωτερική συνομιλία, είναι μια συνεχής υπενθύμιση της ανεκτίμητης αξίας της μητρικής αγκαλιάς, μια αίσθηση που δεν σβήνει ποτέ, όσο κι αν περνάει ο χρόνος.
Η απώλεια της μητέρας, όσο κι αν ο χρόνος περνάει, παραμένει μια πληγή που δεν κλείνει ποτέ πλήρως. Η απουσία της γίνεται αντιληπτή σε κάθε έκφανση της ζωής, σε κάθε χαρά που θα ήθελε να μοιραστεί, σε κάθε δυσκολία που θα χρειαζόταν την συμβουλή της. Είναι σαν να υπάρχει μια σιωπηλή συμφωνία, μια κοινή συνθήκη, όπου η αγάπη και η μνήμη της λειτουργούν ως αόρατος φάρος, οδηγώντας μας μέσα στις προκλήσεις της καθημερινότητας. Κοιτάζοντας τα λουλούδια, αισθάνομαι την ενέργειά της, την αισιοδοξία της, και προσπαθώ να φέρω αυτήν την αύρα στην δική μου ζωή. Είναι μια συνεχής προσπάθεια να τιμήσω την κληρονομιά της, όχι μόνο με λόγια, αλλά με πράξεις που αντικατοπτρίζουν τις αρχές της, την αγάπη της για τη ζωή και για τους ανθρώπους.
Η μητέρα, μαμά, μάνα – αυτοί οι όροι φέρουν μέσα τους μια βαρύτητα, μια σημασία που ξεπερνάει την απλή λέξη. Είναι η αρχή, το τέλος, η αρχή ξανά. Κι όταν η μέρα τελειώνει, και οι σκιές μακραίνουν, βρίσκω παρηγοριά στο να ατενίζω τον νυχτερινό ουρανό, σκεπτόμενος ότι ίσως εκεί, κάπου ανάμεσα στα αστέρια, η μητέρα μου να με παρακολουθεί. Ίσως να χαμογελάει, να καμαρώνει για όσα έχω καταφέρει, ή να με παροτρύνει να συνεχίσω, να μην τα παρατήσω. Η δική της δύναμη, η δική της αφοσίωση, είναι ένας διαρκής λόγος για να είμαι δυνατός, για να συνεχίζω τον αγώνα μου, φέροντας πάντα την δική της αγάπη στην καρδιά μου. Η παρουσία της, ακόμα και στην απουσία της, είναι πανταχού παρούσα, μια ζωντανή κληρονομιά που διαμορφώνει την ύπαρξή μου.
Ο κόσμος, έτσι, μοιάζει λίγο πιο φωτεινός, λίγο πιο ελπιδοφόρος, γιατί γνωρίζω πως έχω αφήσει πίσω μου, στην καρδιά μου, ένα κομμάτι της δικής της αγάπης, μια αγάπη που ρέει αιώνια, σαν ένα ανθισμένο, αιώνιο λουλούδι.













