
Η διαδρομή του Μακάριου Λαζαρίδη, από τα μαθητικά του χρόνια έως τη σημερινή του θέση, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της στενής διασύνδεσης μεταξύ νεανικών κομματικών οργανώσεων και υψηλών κρατικών αξιωμάτων. Η ενεργός του συμμετοχή στην ΟΝΝΕΔ από την ηλικία των 16 ετών, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη στενή προσωπική σχέση του με τον Πρωθυπουργό, σηματοδοτούν την αρχή μιας πορείας που έχει σφραγιστεί ανεξίτηλα από τις αρχές και τις δομές της Νέας Δημοκρατίας. Η γρήγορη ανέλιξή του εντός του κομματικού μηχανισμού, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται ως “παιδί του κομματικού σωλήνα”, του άνοιξε πόρτες σε θέσεις επιρροής, συμβάλλοντας στην εδραίωση της εικόνας του ως “άριστου” του λεγόμενου “επιτελικού κράτους” που οικοδομείται από την παρούσα κυβέρνηση. Η ταυτόχρονη παρουσία του σε πολλαπλές κρατικές θέσεις, όπως υποστηρίζεται, δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα για την αντικειμενικότητα των διαδικασιών πρόσληψης και ανάδειξης στελεχών.
Η επαγγελματική σταδιοδρομία του Λαζαρίδη, κατά τις πληροφορίες, δεν περιορίζεται σε μία μόνο απασχόληση, αλλά περιλαμβάνει πολλαπλές θέσεις εντός του Δημοσίου, οι οποίες φέρεται να αλληλοεπικαλύπτονται χρονικά. Αυτή η κατάσταση, γνωστή και ως “διπλοθεσία”, εγείρει σοβαρές ανησυχίες αναφορικά με την τήρηση της νομοθεσίας περί αμοιβών και ασυμβιβάστων, αλλά και για την αποδοτικότητα και την αφοσίωση στην εκτέλεση των καθηκόντων. Η δυνατότητα ενός στελέχους να κατέχει παράλληλα περισσότερες από μία θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα, ειδικά αν αυτές είναι υψηλόμισθες ή απαιτούν πλήρη απασχόληση, υποδηλώνει ένα σύστημα που επιτρέπει την ευνοιοκρατία εις βάρος της αντικειμενικής αξιολόγησης και της ισότιμης πρόσβασης όλων των πολιτών σε θέσεις εργασίας. Αυτή η πρακτική, αν επιβεβαιωθεί, αντίκειται στο πνεύμα της διαφάνειας και της λογοδοσίας που οφείλει να διέπει τη δημόσια διοίκηση.
Η ανάδειξη του Μακάριου Λαζαρίδη σε τόσο καίριες θέσεις, παράλληλα με τη διατήρηση της κομματικής του ιδιότητας και της σύνδεσής του με τον Πρωθυπουργό, ενισχύει την αντίληψη περί ενός συστήματος όπου οι προσωπικές και κομματικές σχέσεις υπερισχύουν της καθαρά αξιοκρατικής επιλογής. Η έννομη ερμηνεία της “αριστείας” στην πολιτική σκηνή της χώρας, έχει συχνά γίνει αντικείμενο κριτικής, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι πίσω από την επίκληση της αριστείας κρύβονται πρακτικές ευνοιοκρατίας και νεποτισμού. Η περίπτωση του Λαζαρίδη, με την ταχύτατη ανέλιξή του και την πολλαπλή απασχόληση, ανατροφοδοτεί αυτή τη συζήτηση, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης και της αξιοκρατίας στο δημόσιο τομέα. Η επιμονή σε τέτοιες πρακτικές υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτική ηγεσία και τους θεσμούς.
Η σύνδεση του Λαζαρίδη με την ΟΝΝΕΔ από τα εφηβικά του χρόνια, καθώς και η καλλιέργεια στενών σχέσεων με τον νυν Πρωθυπουργό, αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε η επαγγελματική του πορεία. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η θητεία του σε επιτελικές και συμβουλευτικές θέσεις, καθώς και οι αναφορές για “διπλοθεσία” στον δημόσιο τομέα, αποκτούν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Η εικόνα που αναδύεται είναι αυτή ενός προσώπου που, χάρη στην κομματική του αφοσίωση και τις προσωπικές του γνωριμιές, κατάφερε να διασφαλίσει προνομιακή πρόσβαση σε θέσεις, αμφισβητώντας την αντίληψη ότι η δημόσια υπηρεσία βασίζεται αποκλειστικά στην αξιοκρατία και την αντικειμενική εκτίμηση των προσόντων. Αυτό το μοντέλο, αν και όχι πρωτοφανές στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, εξακολουθεί να εγείρει σοβαρά ζητήματα ηθικής τάξης και θεσμικής ευθύνης.











