
Ο κανόνας της «μίας πρόσληψης για κάθε αποχώρηση», αν και αρχικά υιοθετήθηκε με σκοπό τον περιορισμό των δαπανών και τον εξορθολογισμό των δημοσίων δαπανών, έχει αποδειχθεί σε βάθος χρόνου ότι γιγαντώνει την κρατική δυσλειτουργία. Η εφαρμογή του, οδηγεί σε ανεπαρκή στελέχωση σε νευραλγικούς τομείς της δημόσιας διοίκησης, δημιουργώντας κενά και καθυστερήσεις στην παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες. Παράλληλα, η αδυναμία αναπλήρωσης εξειδικευμένου προσωπικού, που αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης ή αναζήτησης καλύτερων ευκαιριών, υπονομεύει την αποδοτικότητα και την ποιότητα της εργασίας. Αυτή η στρέβλωση, σε συνδυασμό με την αύξηση των συνολικών δαπανών του κράτους, επιβαρύνει δυσανάλογα τους φορολογούμενους, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν το αυξημένο οικονομικό άνοιγμα. Η παγιωμένη κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός «ανεπαρκούς» δημόσιου τομέα, ο οποίος δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας.
Η αποδυνάμωση υπηρεσιών-κλειδιά, από την υγεία και την παιδεία μέχρι τη δικαιοσύνη και τις κοινωνικές παροχές, γίνεται αισθητή από την καθημερινότητα των πολιτών. Το κόστος αυτής της δυσλειτουργίας δεν είναι μόνο η απώλεια της αποτελεσματικότητας, αλλά και η άμεση οικονομική επιβάρυνση. Τα ελλείμματα που προκύπτουν από τη μειωμένη παραγωγικότητα και την αυξημένη γραφειοκρατία, μετακυλίονται τελικά στις τσέπες των φορολογουμένων, οι οποίοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν ένα σύστημα που δεν λειτουργεί στην εντέλεια. Η παράδοξη αυτή κατάσταση, όπου η προσπάθεια εξοικονόμησης οδηγεί σε μεγαλύτερη επιβάρυνση, χρήζει άμεσης επαναξιολόγησης. Η διαχρονική εφαρμογή ενός κανόνα προσλήψεων που δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες του δημόσιου τομέα, έχει δημιουργήσει ένα σοβαρό έλλειμμα προσωπικού. Αυτό το έλλειμμα, σε συνδυασμό με την πίεση για διατήρηση των δαπανών, οδηγεί στην ανάγκη για εξωτερικές αναθέσεις ή στη δημιουργία νέων, συχνά δαπανηρών, μηχανισμών για την κάλυψη των κενών.
Το αποτέλεσμα είναι η διογκούμενη κρατική δυσλειτουργία, η οποία μεταφράζεται σε αυξημένες δαπάνες που δεν αντιστοιχούν σε αντίστοιχη αποτελεσματικότητα. Οι φορολογούμενοι, βλέποντας τις υποχρεώσεις τους να αυξάνονται, αναρωτιούνται πού πηγαίνουν τα χρήματά τους και γιατί το δημόσιο παραμένει συχνά αδύναμο να προσφέρει τις βασικές υπηρεσίες με την ταχύτητα και την ποιότητα που απαιτείται. Η προσπάθεια περιορισμού του κρατικού προϋπολογισμού μέσω μιας άκαμπτης πολιτικής προσλήψεων, έχει δημιουργήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση δυσλειτουργιών. Όταν δεν προσλαμβάνονται επαρκείς υπάλληλοι για να καλύψουν τις θέσεις που αδειάζουν, οι υπάρχοντες υπάλληλοι επιβαρύνονται υπερβολικά, οδηγώντας σε μειωμένη αποδοτικότητα και κούραση. Αυτό, με τη σειρά του, επηρεάζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και αυξάνει τους χρόνους αναμονής για τους πολίτες. Το κόστος αυτής της δυσλειτουργίας, αν και δεν εμφανίζεται άμεσα ως άμεση δαπάνη, είναι τεράστιο, καθώς επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα και την κοινωνική συνοχή.
Τα ελλείμματα που δημιουργούνται, είτε σε προσωπικό είτε σε αποτελεσματικότητα, τελικά καλύπτονται από τον φορολογούμενο πολίτη, με έμμεσους ή άμεσους τρόπους, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των προσδοκιών και της πραγματικότητας.













