
Σαν σήμερα, 11 Αυγούστου, η ιστορία κάνει μια επώδυνη στάση, τιμώντας τη μνήμη δύο ηρώων του Ελληνισμού: του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού. Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τις στυγερές δολοφονίες που διαπράχθηκαν στην Κύπρο, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα αγώνα και αντίστασης, αλλά ταυτόχρονα μια αδιανόητη ωμότητα. Ήταν τον Αύγουστο του 1996, όταν μια ειρηνική αντικατοχική πορεία μοτοσικλετιστών, που είχε ως στόχο να διαμαρτυρηθεί για την τουρκική κατοχή, έφτασε στα όρια της νεκρής ζώνης της Δερύνειας. Η συγκέντρωση αυτή, αν και αρχικά αφορούσε την πολιτική κατάσταση, εξελίχθηκε σε ένα σκηνικό βίας, με την παρέμβαση Τουρκοκυπρίων, Τούρκων εθνικιστών και δυνάμεων της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, η τραγωδία χτύπησε δύο φορές, αφήνοντας πίσω της νεκρά δύο παλικάρια που αγωνίζονταν για την ελευθερία της πατρίδας τους.
Στις 11 Αυγούστου 1996, ο 24χρονος Τάσος Ισαάκ, οδηγός αγωνιστικού αυτοκινήτου, εγκλωβίστηκε μέσα στη νεκρή ζώνη, ενώ προσπαθούσε να συμμετάσχει στη διαμαρτυρία. Το επεισόδιο που ακολούθησε ήταν σφοδρό, και ο νεαρός δέχθηκε άγριο ξυλοδαρμό από Τούρκους και Τουρκοκύπριους, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του. Η σκηνή του θανάτου του, καταγεγραμμένη από κάμερες, έκανε τον γύρο του κόσμου, προκαλώντας οργή και θλίψη σε κάθε Έλληνα και Κύπριο. Η οδύνη, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Μόλις δύο ημέρες μετά, στις 13 Αυγούστου 1996, ο Σολωμός Σολωμού, θείος του Τάσου Ισαάκ, έπεσε και αυτός θύμα της βίας. Βλέποντας την τουρκική σημαία να κυματίζει στην περίφραξη της νεκρής ζώνης, ο Σολωμός, γεμάτος οργή και απελπισία, προσπάθησε να την κατεβάσει. Εκείνη τη στιγμή, μπροστά στα μάτια δεκάδων ανθρώπων και καλυμμένος από τηλεοπτικές κάμερες, πυροβολήθηκε εν ψυχρώ από Τούρκους παραστρατιωτικούς, τραυματίζοντας θανάσιμα.
Οι εικόνες του, να σφαδμένος στο έδαφος, είναι χαραγμένες ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη. Οι δολοφονίες των Ισαάκ και Σολωμού δεν ήταν απλά τραγικά μεμονωμένα περιστατικά. Ήταν μια ξεκάθαρη επίδειξη της βίας και της αδιαλλαξίας που χαρακτηρίζει την τουρκική στάση απέναντι στο Κυπριακό ζήτημα. Η διεθνής κοινότητα, αν και σοκαρισμένη, δεν αντέδρασε με τον τρόπο που θα έπρεπε, αφήνοντας την Κύπρο να βιώνει τα δεινά της κατοχής. Οι φωτογραφικοί φακοί και οι τηλεοπτικές κάμερες, εκείνη τη μαύρη περίοδο, έγιναν μάρτυρες της αδικίας, μεταφέροντας σε όλο τον Ελληνισμό την αγανάκτηση και την επιθυμία για δικαίωση. Η μνήμη των δύο ηρώων είναι ζωντανή, υπενθυμίζοντας σε όλους μας ότι ο αγώνας για ελευθερία και ανεξαρτησία συνεχίζεται.












