
Η δημόσια δαπάνη άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ, που διοχετεύθηκε από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με στόχο την κατάρτιση ατόμων τόσο από την αγορά εργασίας όσο και από την ανεργία, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την τελική της αποτελεσματικότητα. Τα κονδύλια αυτά, που προορίζονταν για την αναβάθμιση δεξιοτήτων και την ενίσχυση της απασχολησιμότητας, φαίνεται να καταλήγουν σε έναν αστερισμό αβέβαιης επικράτειας, καθώς δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον αριθμό των ωφελουμένων που βρήκαν τελικά εργασία μετά τη λήξη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Η επένδυση αυτή, με το μέγεθός της, αναμενόταν να δώσει ουσιαστικές λύσεις και να συμβάλει στην αντιμετώπιση της ανεργίας, ωστόσο, η απουσία μετρήσιμων αποτελεσμάτων και η έλλειψη διαφάνειας καθιστούν δύσκολη την αξιολόγηση της επιτυχίας της.
Η φιλοδοξία πίσω από αυτά τα εκτεταμένα προγράμματα κατάρτισης ήταν η δημιουργία μιας ειδικευμένης δεξαμενής εργατικού δυναμικού, ικανού να καλύψει τις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς, καθώς και η παροχή νέων ευκαιριών σε άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εύρεση εργασίας. Η εισροή ενός τόσο σημαντικού ποσού σε αυτόν τον τομέα υποδηλώνει μια στρατηγική προσέγγιση για την τόνωση της απασχόλησης και την προσαρμογή των δεξιοτήτων στις διαρκώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της οικονομίας. Ωστόσο, ενώ οι πόροι έχουν δαπανηθεί, η πραγματική τους επίδραση στην αγορά εργασίας παραμένει ένα μεγάλο «άγνωστο». Η απουσία δεικτών απόδοσης που να συνδέουν άμεσα την κατάρτιση με την απασχόληση δημιουργεί εύλογες απορίες για τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα του μοντέλου. Το ζήτημα της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων κατάρτισης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διασφάλιση της ορθής χρήσης των δημοσίων πόρων.
Όταν ένα τόσο μεγάλο ποσό, πάνω από 1 δισεκατομμύριο ευρώ, δαπανάται για την εκπαίδευση και την αναβάθμιση δεξιοτήτων, είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρχουν σαφή σημεία αναφοράς για την επιτυχία. Η έλλειψη δεδομένων σχετικά με το πόσοι από αυτούς που έλαβαν κατάρτιση κατάφεραν να ενταχθούν ή να παραμείνουν στην αγορά εργασίας, υπογραμμίζει μια σημαντική αδυναμία στον μηχανισμό παρακολούθησης και ελέγχου. Χωρίς τεκμηριωμένα στοιχεία, η αξιολόγηση της χρησιμότητας των προγραμμάτων γίνεται αδύνατη, αφήνοντας τους φορολογούμενους με την αίσθηση ότι οι πόροι μπορεί να μην αξιοποιήθηκαν στο βέλτιστο δυνατό βαθμό. Η δημιουργία και η υλοποίηση προγραμμάτων κατάρτισης που δεν συνοδεύονται από ουσιαστικούς μηχανισμούς παρακολούθησης της επαγγελματικής αποκατάστασης των συμμετεχόντων, δημιουργεί κινδύνους για τη «διάχυση» των πόρων χωρίς την επίτευξη των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων. Ένα ποσό της τάξης του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ θα μπορούσε δυνητικά να έχει δημιουργήσει χιλιάδες νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας, εάν η στρατηγική είχε σχεδιαστεί με γνώμονα την άμεση σύνδεση της κατάρτισης με τις ανάγκες της αγοράς και την παρακολούθηση των αποφοίτων.
Η απουσία αυτής της σύνδεσης, και κατά συνέπεια η απουσία στοιχείων για την επιτυχή επαγγελματική ενσωμάτωση, θέτει υπό αμφισβήτηση την πραγματική αξία και τον αντίκτυπο των δαπανών αυτών στην αντιμετώπιση της ανεργίας και στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης. Η ανάγκη για διαφάνεια και μετρήσιμα αποτελέσματα είναι υψίστης σημασίας, ιδίως όταν πρόκειται για δημόσιους πόρους που προορίζονται για την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ευημερία. Η αποτυχία να παρακολουθούνται και να ανακοινώνονται τα αποτελέσματα των προγραμμάτων κατάρτισης, ιδιαίτερα αυτά που αφορούν την επαγγελματική αποκατάσταση, οδηγεί σε απώλεια εμπιστοσύνης και αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα των φορέων που διαχειρίζονται αυτά τα κονδύλια. Η επαναξιολόγηση των υφιστάμενων διαδικασιών και η θέσπιση αυστηρότερων κριτηρίων παρακολούθησης είναι απαραίτητες για να διασφαλιστεί ότι το μέλλον των προγραμμάτων κατάρτισης θα είναι συνδεδεμένο με απτά αποτελέσματα και όχι απλώς με τη διάθεση μεγάλων χρηματικών ποσών.













