
Σε μια εποχή όπου το εθνικό σύστημα υγείας της χώρας παλεύει με αισθητές ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, οι αναφορές για ιλιγγιώδη κέρδη των φαρμακευτικών εταιρειών προκαλούν έντονη δυσαρέσκεια και θέτουν σοβαρά ερωτήματα. Η κατάσταση γίνεται πιο δραματική όταν παρατηρούμε το χάσμα μεταξύ αυτών των κερδών και της πραγματικότητας στα δημόσια νοσοκομεία. Για παράδειγμα, είναι αδιανόητο ένα νοσοκομείο που καλείται να διαχειριστεί τον καταιγισμό 107.528 επειγόντων περιστατικών ετησίως, να ενισχύεται με μόλις 12 νέες θέσεις ειδικευμένων ιατρών. Και μέσα σε αυτές τις 12 θέσεις, μόνο δύο είναι για παθολόγους, μια ειδικότητα κρίσιμη για τη διαχείριση πληθώρας ασθενειών, ιδίως σε περιόδους αυξημένης επιδημιολογικής δραστηριότητας. Η συγκεκριμένη αναλογία υπογραμμίζει την έλλειψη στοιχειώδους σχεδιασμού και προτεραιοποίησης στην κατανομή των υγειονομικών πόρων. Την ώρα που νοσοκομειακές μονάδες βρίσκονται στα όρια της αντοχής τους, χωρίς το απαιτούμενο προσωπικό για την κάλυψη των αναγκών, φέρεται να χορηγούνται εγκρίσεις για την ενίσχυση μιας ήδη πολύ προσοδοφόρας βιομηχανίας.
Οι χιλιάδες ασθενείς που προσέρχονται καθημερινά για επείγουσα φροντίδα, αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις και αδιέξοδα, λόγω της υποστελέχωσης. Η αδυναμία εξασφάλισης επαρκούς αριθμού νει ιατρών, ιδιαίτερα σε ειδικότητες όπως η παθολογία, η καρδιολογία, η πνευμονολογία ή η εντατική, δημιουργεί συνθήκες οριακής λειτουργίας για πολλά τμήματα, με άμεσες επιπτώσεις στην ποιότητα και την ταχύτητα παροχής υγειονομικής φροντίδας. Αυτή η δυσανάλογη κατανομή των πόρων, όπου οι ανάγκες του δημόσιου συστήματος υγείας παραγνωρίζονται προς όφελος των ήδη εύρωστων φαρμακευτικών εταιρειών, γεννά δικαιολογημένα ερωτήματα. Πώς είναι δυνατόν να παρατηρούνται τέτοια φαινόμενα, όταν η πρόσβαση σε βασικές ιατρικές υπηρεσίες παραμένει για πολλούς μια επίπονη διαδικασία; Η αύξηση των κερδών των φαρμακοβιομηχανιών, σε συνδυασμό με την υποστελέχωση των νοσοκομείων, θυμίζει μια στρεβλή εικόνα προτεραιοτήτων. Η εστίαση θα έπρεπε να είναι στην ενίσχυση της δημόσιας υγείας, στην πρόσληψη και διατήρηση ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, και όχι στην προώθηση πολιτικών που ευνοούν την επέκταση της ήδη ισχυρής φαρμακοβιομηχανίας, εις βάρος της ευημερίας των πολιτών.
Η κριτική αυτή δεν αποσκοπεί στην υποβάθμιση της αξίας των φαρμάκων και της έρευνας που διεξάγουν οι φαρμακευτικές εταιρείες, αλλά στην ανάδειξη μιας δυσεναρμόνιστης σχέσης μεταξύ αυτών των κερδών και της κατάστασης της υγείας του πληθυσμού. Η έλλειψη επαρκούς ιατρικού προσωπικού στα νοσοκομεία, ειδικά στις νευραλγικές ειδικότητες, δημιουργεί ένα σοβαρό κενό στην αλυσίδα φροντίδας. Η δυνατότητα ενός νοσοκομείου να ανταποκριθεί στον όγκο των επειγόντων περιστατικών, αλλά και στις τακτικές ανάγκες των ασθενών, εξαρτάται άμεσα από τον αριθμό και την εξειδίκευση των γιατρών του. Η μείωση αυτών των πόρων, σε συνάρτηση με την προβολή των εντυπωσιακών οικονομικών επιδόσεων των φαρμακευτικών, αποτελεί μια εξέλιξη που απαιτεί την άμεση προσοχή και παρέμβαση από τους αρμόδιους φορείς, με στόχο την αποκατάσταση μιας δίκαιης και αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος υγείας.









