
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, θέτοντας ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την εξωτερική πολιτική της χώρας. «Πόσο ακόμα η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται ως τοποτηρητής του Τραμπ και του Νετανιάχου;» διερωτήθηκε, εκφράζοντας τη βαθύτατη δυσαρέσκειά του για την πορεία που ακολουθεί η χώρα υπό την παρούσα ηγεσία. Η κριτική του υπήρξε ιδιαίτερα αιχμηρή, καθώς συνέδεσε άμεσα την κυβερνητική πολιτική με περιστατικά που, κατά την άποψή του, προδίδουν μια προσκόλληση σε συγκεκριμένες διεθνείς θέσεις, αντί για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων με αυτόνομο τρόπο. Η στάση αυτή, σύμφωνα με τον Σακελλαρίδη, δεν συνάδει με την εικόνα μιας ανεξάρτητης και αυτόνομης χώρας στην παγκόσμια σκηνή, υπονομεύοντας την αξιοπιστία και την επιρροή της Ελλάδας. Η αφορμή για τη δημόσια καταγγελία του Γαβριήλ Σακελλαρίδη προήλθε από την προσαγωγή μελών της Νεολαίας της Νέας Αριστεράς από τις αστυνομικές αρχές.
Το περιστατικό συνέβη κατά τη διάρκεια μιας ειρηνικής αντιπολεμικής και αντιιμπεριαλιστικής παρέμβασης που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Αμερικανικού προξενείου. Η αστυνομική επέμβαση, η οποία οδήγησε στην κράτηση νεαρών ακτιβιστών, ερμηνεύτηκε από τον Σακελλαρίδη ως ένδειξη της κρατικής καταστολής κάθε διαφορετικής φωνής και ως προσπάθεια φίμωσης της κριτικής απέναντι σε πολιτικές που θεωρούνται προβληματικές. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αναδεικνύοντας την ένταση μεταξύ των κινητοποιήσεων για την ειρήνη και των κυβερνητικών πολιτικών. Με τη δήλωσή του, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης επεσήμανε την ανάγκη για μια εξωτερική πολιτική που να υπηρετείται από τα συμφέροντα της Ελλάδας και την προάσπιση της διεθνούς ειρήνης, απευθυνόμενος παράλληλα προς ένα ευρύτερο κοινό. Υποστήριξε ότι η επιδεικτική ευθυγράμμιση με τις θέσεις συγκεκριμένων ξένων ηγετών, όπως ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου, αποτελεί μια επικίνδυνη στρατηγική.
Αυτή η προσέγγιση, κατά την άποψή του, περιορίζει την ευελιξία της ελληνικής διπλωματίας και την καθιστά δευτερεύουσα σε σχέση με τις ατζέντες άλλων χωρών, αφαιρώντας από την Ελλάδα τη δυνατότητα να χαράξει τη δική της πορεία και να διαμορφώσει συμμαχίες που θα εξυπηρετούν αποκλειστικά τα δικά της συμφέροντα και την ευημερία των πολιτών της. Η προσαγωγή των μελών της Νεολαίας της Νέας Αριστεράς υπογραμμίζει, σύμφωνα με τον Σακελλαρίδη, μια γενικότερη τάση καταστολής της διαμαρτυρίας και της έκφρασης αντίθετων απόψεων. Ο ίδιος ερμήνευσε το γεγονός ως μια σαφή απόδειξη της αστυνομικής και κυβερνητικής στάσης απέναντι σε εκδηλώσεις που εκφράζουν ανησυχίες για την ειρήνη και την αποφυγή πολεμικών συγκρούσεων, ιδίως σε διεθνείς περιοχές έντασης. Η κατηγορία περί “τοποτηρητικής” συμπεριφοράς απέναντι σε ξένες δυνάμεις, σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση των διαδηλωτών, δημιουργεί ένα ανησυχητικό πλαίσιο για την άσκηση του δικαιώματος στη διαμαρτυρία και την ελεύθερη έκφραση στη χώρα, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την ποιότητα της δημοκρατίας και την ισχύ των ατομικών ελευθεριών.
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, μέσα από τις δηλώσεις του, επιχείρησε να αφυπνίσει την κοινή γνώμη σχετικά με τις συνέπειες μιας εξωτερικής πολιτικής που, όπως ισχυρίζεται, ευθυγραμμίζεται άκριτα με τις επιλογές ισχυρών διεθνών παραγόντων, χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τα συμφέροντα της Ελλάδας. Η αναφορά του στοποτηρητική συμπεριφορά, πέρα από την άμεση πολιτική του αιχμή, απευθύνεται και στην ανάγκη για εθνική αυτογνωσία και αυτοδιάθεση. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η χώρα πρέπει να διεκδικήσει έναν πιο ενεργό ρόλο στη διεθνή σκηνή, βασισμένο στις δικές της αξίες και τα δικά της στρατηγικά πλεονεκτήματα, αντί να ακολουθεί τυφλά τις πολιτικές ατζέντες άλλων, ιδίως όταν αυτές προέρχονται από χώρες με διαφορετικές γεωπολιτικές επιδιώξεις και ιστορικό υπόβαθρο. Η κριτική του Σακελλαρίδη δεν περιορίζεται μόνο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, αλλά αγγίζει και θεμελιώδη ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, όπως η προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και η ελευθερία του συνέρχεσθαι.
Η σύλληψη νεαρών διαδηλωτών, η οποία αποσιωπήθηκε ή αντιμετωπίστηκε με ουδετερότητα από ορισμένα μέσα, ενισχύει την ανησυχία του για μια τάση περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών. Ο ίδιος καλεί την κυβέρνηση να επανεξετάσει τη στάση της και να προασπίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδας, τόσο στην εξωτερική της πολιτική όσο και στην υπεράσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών της, εστιάζοντας σε πολιτικές που προωθούν την ειρήνη και την ευημερία, αντί να τη συνδέουν άμεσα με αμφιλεγόμενες διεθνείς ατζέντες.










