
Ο Αλβανός πρωθυπουργός, Έντι Ράμα, εξέφρασε την έκπληξή του για την σφοδρή αντίδραση που προκάλεσε το περιστατικό στην περιοχή της Ζβερνέτς, θέτοντας σε αμφισβήτηση τις αιτιάσεις του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Σε δηλώσεις του, ο κ. Ράμα τόνισε ότι η συγκεκριμένη ενέργεια δεν συνιστά κρατική αυθαιρεσία ή άσκηση βίας από επίσημους κρατικούς φορείς. Αντίθετα, αποδόθηκε σε δράση ιδιωτικών εταιρειών παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι αγνοούσε την παρουσία Ελλήνων πολιτών στην ευρύτερη περιοχή κατά τη διάρκεια των γεγονότων, προσθέτοντας μια διάσταση στην ήδη τεταμένη κατάσταση. Η δήλωση αυτή έρχεται ως απάντηση στην έντονη ανακοίνωση του ελληνικού ΥΠΕΞ, το οποίο είχε καταδικάσει τις ενέργειες και είχε εκφράσει την ετοιμότητα να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών, επισημαίνοντας την αβεβαιότητα που δημιούργησε η αλβανική πλευρά.
Ο Ράμα, με την τοποθέτησή του, προσπαθεί να υποβαθμίσει το ζήτημα, παρουσιάζοντάς το ως διαχείριση ιδιωτικών συμφερόντων και όχι ως κρατική πολιτική, επιχειρώντας έτσι να κατευνάσει τις διπλωματικές αντιδράσεις που έχουν ήδη κινητοποιηθεί. Επιπλέον, ο Αλβανός πρωθυπουργός εστίασε στην άγνοιά του σχετικά με την παρουσία Ελλήνων κατοίκων ή επισκεπτών στην επίμαχη ζώνη, γεγονός που προκαλεί ερωτήματα για την πληρότητα της ενημέρωσης που είχε η αλβανική πλευρά πριν από την εκτέλεση της επιχείρησης. Η εκδοχή του Ράμα, περί ιδιωτικής φύλαξης, αποσκοπεί στο να απομακρύνει την ευθύνη από την αλβανική κυβέρνηση και να την μεταφέρει σε τρίτους, ωστόσο, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αναμένεται να συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, διατυπώνοντας τις θέσεις του με σαφήνεια και αποφασιστικότητα, επιδιώκοντας διαφάνεια και λογοδοσία.
Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει την ευαιδησία των σχέσεων Ελλάδας-Αλβανίας, ιδιαίτερα σε θέματα που αφορούν τα δικαιώματα των μειονοτικών ομάδων και την ασφάλεια των πολιτών. Η αμοιβαία κατανόηση και ο σεβασμός των διεθνών κανόνων είναι κρίσιμης σημασίας για την αποφυγή παρεξηγήσεων και την εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Η αλβανική πλευρά καλείται να προσφέρει περαιτέρω διευκρινίσεις, ενώ η ελληνική παραμένει σε επαγρύπνηση, απαιτώντας σαφείς απαντήσεις και δεσμεύσεις για την αποφυγή παρόμοιων περιστατικών στο μέλλον, που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα της περιοχής.













