
Η πρόσφατη ανανέωση της θητείας του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, πυροδοτεί έντονο προβληματισμό και ερωτηματικά σχετικά με την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής και τον ρόλο των θεσμών. Σε μία περίοδο όπου οι πολίτες βιώνουν έντονες πιέσεις από τους πλειστηριασμούς ακινήτων και τη διαρκή αύξηση του κόστους ζωής, η παραμονή ενός προσώπου που παραδοσιακά συνδέεται με πολιτικές λιτότητας στην κορυφή της νομισματικής αρχής, εγείρει σοβαρές ανησυχίες. Αναρωτιέται κανείς πώς δύναται η εκάστοτε κυβέρνηση να επιβάλει περιορισμούς και όρους στις εμπορικές τράπεζες, όταν ο ίδιος ο κεντρικός τραπεζίτης, όπως υποδηλώνεται, εκφράζει θέσεις που ενδεχομένως να μην συνάδουν με την προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών. Η φαινομενική ασυμφωνία δηλώσεων και πράξεων δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας και δυσπιστίας. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις του υπουργού ανάπτυξης, Άδωνι Γεωργιάδη, που κατέστησαν σαφές ότι οι τράπεζες «δεν θα πάρουν ούτε ένα ευρώ παραπάνω» για την αναχρηματοδότηση δανείων, έρχονται σε αντιδιαστολή με την ενίσχυση του ρόλου ενός προσώπου στην Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο έχει συνδεθεί με την αποδοχή ή και προώθηση της τραπεζικής αυστηρότητας.
Αυτό το παράδοξο δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: Πώς μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος και επιβολή κανόνων από την πλευρά της πολιτείας προς τις τράπεζες, όταν οι ίδιες οι δηλώσεις από κυβερνητικά χείλη παρουσιάζουν μια εικόνα αδυναμίας επιβολής; Η ανανέωση της θητείας Στουρνάρα, σε αυτό το συγκείμενο, μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη συνέχειας, αλλά ταυτόχρονα και ως απουσία νέας προσέγγισης. Το κλίμα που διαμορφώνεται αφήνει τους πολίτες εκτεθειμένους σε ένα ατέρμονο κυνηγητό του χρήματος, όπου οι πλειστηριασμοί κατοικιών και περιουσιακών στοιχείων αποτελούν μια διαρκή απειλή, ενώ ταυτόχρονα οι τράπεζες φαίνεται να απολαμβάνουν μια μορφή προστασίας. Η επανάληψη τέτοιων φαινομένων, όπου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία εκπέμπει μηνύματα που δεν συνοδεύονται από σαφείς και αποτελεσματικές δράσεις, οδηγεί σε απαξίωση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Η ανανέωση της θητείας του κ. Στουρνάρα, εν μέσω αυτών των εξελίξεων, αναζωπυρώνει τις συζητήσεις για το κατά πόσο οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα την προστασία του κοινωνικού συνόλου ή την εξυπηρέτηση ευρύτερων συμφερόντων, στα οποία φέρονται να ανήκουν και κομματικά παρακλάδια. Η ανα domande του ίδιου του γεγονότος, ότι δηλαδή πλειστηριασμοί είναι προ των πυλών για χιλιάδες νοικοκυριά, ενώ η ηγεσία της κεντρικής τράπεζας παραμένει αμετάβλητη, θέτει κρίσιμα ερωτήματα για την πολιτική βούληση. Εάν η κυβέρνηση πραγματικά επιθυμεί να θέσει φραγμούς στις τράπεζες, θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτική στις επιλογές της σε θέσεις-κλειδιά, όπως αυτή του Διοικητή της ΤτΕ. Η επανεκλογή του κ. Στουρνάρα, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα μήνυμα προς τις αγορές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα περί συνέχειας και σταθερότητας, αλλά για την πλειονότητα των πολιτών, σημαίνει την συνέχιση μιας δύσκολης οικονομικής πραγματικότητας, όπου τα «πανωτόκια» – δηλαδή τα έξτρα κέρδη ή οι προστατευτικοί όροι για τις τράπεζες – μοιάζουν να έχουν άλλη βαρύτητα από την προστασία της πρώτης κατοικίας.
Επιπλέον, η αίσθηση ότι το σύστημα ευνοεί τους ισχυρούς, ενώ οι αδύναμοι παραμένουν εκτεθειμένοι, ενισχύεται. Η ανανέωση της θητείας του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σε συνδυασμό με τις διαδοχικές αναφορές σε πλειστηριασμούς και την ακαμψία των τραπεζών, καλλιεργεί την αντίληψη ότι υπάρχουν « δύο μέτρα και δύο σταθμά». Η κυβέρνηση καλείται να δώσει σαφείς απαντήσεις για το πώς σκοπεύει να προστατεύσει τους πολίτες από την αλόγιστη πιστωτική πολιτική και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, χωρίς όμως να δείχνει να κατορθώνει να θέσει ουσιαστικούς φραγμούς. Η επικοινωνιακή διαχείριση των γεγονότων, ιδιαίτερα όταν αφορά την οικονομική επιβίωση των πολιτών, πρέπει να συνδυάζεται με απτές λύσεις και όχι μόνο με ευχολόγια. Στο τέλος της ημέρας, η επανεμφάνιση του κ. Στουρνάρα στην ηγετική θέση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε συνάρτηση με τις προαναγγελθείσες αγορανομικές κινήσεις εναντίον των τραπεζών, θέτει ένα κεντρικό ερώτημα: Μπορούν οι δημόσιοι λειτουργοί, υπό την πίεση των όρων που θέτουν οι τράπεζες, να εφαρμόσουν μια πολιτική που πραγματικά προστατεύει το δημόσιο συμφέρον;
Ή μήπως η ανανέωση της θητείας του Διοικητή, λειτουργεί περισσότερο ως διατήρηση μιας υπάρχουσας ισορροπίας, παρά ως προσπάθεια αλλαγής προς όφελος των πολιτών, εν μέσω μιας περιόδου με έντονους κινδύνους για την οικονομική τους ευημερία και την κατοικία τους;













