11.5 C
Athens
Πέμπτη, 23 Απριλίου, 2026

Πέτρινα χωριά στα πέτρινα εκείνα χρόνια

Must read

Άνθισε η φύση, λουλούδιασαν οι τόποι. Άνθισαν τα πέτρινα σκαλιά, εκεί όπου δεν
ακούγονται βήματα πια. Έρημα σπίτια, έρημα χωριά. Κάποια κρατούν γερά ακόμα.

Κάποια φώτα τρεμοσβήνουν αχνά στην σκοτεινιά, κάποιες καμινάδες καπνίζουν καμένο ξύλο.

Οι πλατείες άδειες από κόσμο, ευτυχώς υπάρχουν οι γιορτές και οι λιγοστοί επισκέπτες δίνουνμια ανάσα. Μόνο μία όμως. Φεύγουν και τα χωριά ερημώνουν πάλι. Επιστρέφουν στο
άδειασμα, στην σιωπή των ήχων της φύσης. Λουλουδιασμένα πέτρινα παλάτια, αρχοντικά
έτοιμα να καταρρεύσουν.

Αρχοντόσπιτα που κάποτε ήταν γεμάτα ζωή. Λες και τότε ήξεραν οι νοικοκυραίοι ότι μόνο η πέτρα θα άντεχε στον χρόνο. Και άντεξε και άνθισε. Παράθυρα κλειστά, στέγες ετοιμόρροπες, κελάρια άδεια, αυλές γεμάτες σάπια φύλλα. Έφυγαν όλοι κυνηγώντας, όχι το όνειρο, αλλά ένα κομμάτι ψωμί. Πίσω έμειναν τα γυναικόπαιδα, έφυγαν και αυτά. Άλλοι στην Αμερική, άλλοι στην Αυστραλία, άλλοι στον Καναδά, άλλοι στην Αφρική.

Ακροβολίστηκαν με την ελπίδα ότι κάποτε θα γυρίσουν πίσω. Η πρώτη γενιά πάντα
γύριζε, η δεύτερη ίσως μια φορά τον χρόνο, η τρίτη όμως ίσως απλά άκουσε κάτι για τα
πέτρινα. Έμεινε μόνο η ρίζα ( ο παππούς μου ήταν από την Ελλάδα), η ρίζα αυτή δεν
βλάστησε ποτέ, δεν έγινε «επιστροφή». Χώνεψε στο χώμα μιας άλλης πατρίδας.


Πέτρινα χωριά στα πέτρινα εκείνα χρόνια. Παντζούρια κλειστά που μόνο μνήμες τα
ανοίγουν. Χωρίς ρεύμα και τρεχούμενο νερό. Το λυχνάρι φώτιζε τα βράδια και το καντήλι
έκαιγε μερόνυχτα. Στην αυλή, ο ξυλόφουρνος έκαιγε και έψηνε σταρένιο χρυσό ψωμί – τι
μυρωδιά ήταν αυτή! – και το καζάνι ζέσταινε νερό να ξεπλυθεί ο ιδρώτας από το
λιομάζωμα. Τα κελάρια μοσχομύριζαν φρέσκα τυριά, σύκα ξερά, καρύδια, αγριόμηλα και
αχλάδια.

Κάπου σε έναν τοίχο ξεραίνονταν κομμάτια μουσταλευριάς περασμένα σε
κλωστή. Ο τραχανάς και οι χυλοπίτες κομμένες με τον χάρακα στέγνωναν στην ζέστη του
καλοκαιριού. Μύριζε ξινισμένο γάλα αλλά η σκέψη της καυτής σούπας προκαλούσε ένα
γαργάλημα στον ουρανίσκο.

Οι άνθρωποι καλοσυνάτοι, απλοί, με την κούραση χαραγμένη στο πρόσωπό τους που όμως τα σκληρά χαρακτηριστικά τους μια γλυκάδα τα απάλυνε.

Ένα χωριό μια οικογένεια. Σου άπλωναν το ροζιασμένο χέρι τους από τις βαριές δουλειές να σε χαιρετίσουν ή να σε χαϊδέψουν και ένιωθες την αγριάδα στην παλάμη σου, αλλά το άγγιγμά τους σου ζέσταινε μέχρι και το κόκκαλο.

«Τίνος είσαι εσύ πουλάκι μου;» σε ρώταγε καθένας περαστικός όταν τον αντάμωνες στα πέτρινα σοκάκια.

 


Οι αυλές ασπρισμένες και χρωματιστές. Ντενεκέδες γεμάτοι κατιφέδες, γεράνια και
βασιλικούς και κάπου στην άκρη στέγνωναν τα ρούχα. Πλυμένα με σαπούνι χειροποίητο
σπιτικό φτιαγμένο από λάδι. Σαν βότσαλα μεγάλα ήταν τα σαπούνια τους. Άσπριζαν και
μοσχομύριζαν τα σεντόνια και γίνονταν βελούδα. Και στην ποταμιά χτύπαγαν τα κιλίμια με
τον κόπανο. Τα υφαντά περίτεχνα από τον αργαλειό έντυναν τις τάβλες των πατωμάτων.
Νοικοκυρεμένα πράματα. Η μέρα δεν είχε ανάπαυλα ούτε σιέστα.

Δύσκολη καθημερινότητα, ρυτιδιασμένα πρόσωπα, τραχέα, ηλιοκαμένα από τα χωράφια. Με μάτια όμως λαμπερά και δύναμη ψυχής και προσμονής για το θέρισμα και αλώνισμα, για τον
βαρύ χειμώνα και το λιομάζωμα. Βαριά τα βήματα στα πέτρινα σκαλιά, ασήκωτα τα πόδια,
αυτό όμως ήξεραν να κάνουν και το έκαναν καλά. Χτίστες, γεωργοί, γυναίκες άνδρες.
Μάνες με τα μωρά τους στα χωράφια με τα ξύλα φορτωμένα στις πλάτες. Ο καρπός έπρεπε
να μαζευτεί πριν το χιόνι, δεν υπήρχε μέρα για χάσιμο. Όλα τα χέρια απαραίτητα. Και στις
γιορτές με την πρώτη καμπάνα έβαζαν τα καλά τους να πάνε στην εκκλησία. Τα πέτρινα
σοκάκια γέμιζαν ψιθύρους και ευχές.

Τώρα ερημιά, χαλάσματα. «Εδώ ήταν το σπίτι της τάδε οικογένειας» σου λένε όταν ρωτάς
κάποιον χωριανό. «Πάνε έφυγαν… και τα παιδιά τους,… ούτε ξέρουν για τον τόπο μας…».
Έτσι άνθισαν τα πέτρινα σκαλιά και ρήμαξαν οι αυλές.

Η φύση προσπαθεί να επανορθώσει και να καλύψει την εγκατάλειψη. Για όλους αυτούς τους λίγους που έμειναν εκεί, για όλους εμάς τους επισκέπτες που είμαστε από κει αλλά χτίσαμε τις ζωές μας κάπου αλλού.
Ευωδιάζουν τα λουλούδια, χτίζουν φωλιές τα χελιδόνια στα πέτρινα χαλάσματα. Όμως οι
αναμνήσεις έχουν μυρωδιά και οι εικόνες χρώμα. Ακόμα και τα γκρεμισμένα κεραμίδια σου
μιλούν, σου θυμίζουν μια ιστορία, ένα Πάσχα, έναν Δεκαπενταύγουστο, κάποια
Χριστούγεννα.

 

 

Τζώρτζια Βρεττού

(Φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο – Βασσαράς Λακωνίας. Πρόποδες Όρους Πάρνωνα)

Μάθετε πρώτοι τι συμβαίνει στην Ελλάδα και τον κόσμο στο Google News του Kalimera-Ellada.gr.. Ακολουθήστε το  Kalimera-Ellada.gr σε InstagramFacebook και Twitter. και LinkedIn.
 
 

Πρόσφατα Νέα

Google NewsΑκολούθησε το Kalimera-Ellada.gr στο Google News και μάθε πρώτος όλες τις ειδήσεις

Περισσότερα Άρθρα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα Νέα