
Μετά από τοποθετήσεις που πυροδότησαν συζητήσεις εντός του κόμματος, η αναπληρώτρια τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ υπέβαλε την παραίτησή της, σηματοδοτώντας ένα ακόμη επεισόδιο εσωστρέφειας στο εσωτερικό του κόμματος. Στην αιτιολογία της απόφασής της, η οποία έγινε γνωστή μέσω διαρροών, η παραιτηθείσα αποδίδει την κίνησή της στην απουσία ουσιαστικής ανάτασης και προσαρμογής του κόμματος στις σύγχρονες πολιτικές συνθήκες. Ειδικότερα, η κριτική της επικεντρώνεται στην απουσία «κολλημένης βελόνας» – όπως το θέτει – δηλαδή στην έλλειψη ικανότητας του ΠΑΣΟΚ να αναγνωρίσει και να διορθώσει τις αδυναμίες του, αλλά και στο γεγονός ότι, παρά την ευνοϊκή πολιτική συγκυρία, το κόμμα δυσκολεύεται να διαμορφώσει ένα σαφές και ισχυρό πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία. Η δήλωσή της υπογραμμίζει την απογοήτευσή της για την αδράνεια και την έλλειψη στρατηγικού οράματος.
Η παραιτηθείσα έκανε λόγο για «στάσιμο» κόμμα, τονίζοντας ότι οι δικές της θέσεις και απόψεις, οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να συμβάλουν στην ανανέωση και την ενδυνάμωση του κόμματος, δεν αποτελούν πλέον την «κεντρική κατεύθυνση» του ΠΑΣΟΚ. Η τοποθέτησή της αυτό θέτει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την εσωτερική λειτουργία του κόμματος, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά και την ικανότητα του ΠΑΣΟΚ να αφουγκράζεται τις ανάγκες και τις προσδοκίες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Η παραίτηση αυτή έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για το κόμμα, λίγο πριν από σημαντικές πολιτικές εξελίξεις, και αναμένεται να προκαλέσει περαιτέρω αναταραχή και συζητήσεις για την πορεία του. Η κριτική της αναπληρώτριας τομεάρχη Δικαιοσύνης για την έλλειψη αυτοκριτικής και αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εκμεταλλευτεί ευνοϊκές πολιτικές συγκυρίες, αναδεικνύει βαθύτερα προβλήματα δομής και στρατηγικής.
Η αίσθηση ότι το κόμμα παραμένει «κολλημένο», αδυνατώντας να συγκροτήσει ένα δυναμικό ρεύμα που θα το αναδείκνυε σε κύρια πολιτική δύναμη, είναι εμφανής. Η ίδια υποστηρίζει ότι οι απόψεις της δεν εκφράζουν πλέον την επίσημη γραμμή, υπονοώντας μια απόκλιση μεταξύ των εσωτερικών της αναζητήσεων και της γενικότερης κατεύθυνσης που φαίνεται να ακολουθεί το κόμμα. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ένα κλίμα αμφισβήτησης και ανασφάλειας για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ, με βουλευτές και στελέχη να αναρωτιούνται για την αποτελεσματικότητα της τρέχουσας στρατηγικής. Η εκφρασμένη δυσαρέσκεια εστιάζει στην αδυναμία του κόμματος να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες πολιτικές ανάγκες και σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο εκλογικό σώμα. Η έλλειψη οραματικής προσέγγισης και η υποχώρηση σε παλαιοκομματικές πρακτικές, αντί για μια ουσιαστική επανεκκίνηση, αποτελούν βασικά σημεία κριτικής.
Η παραιτηθείσα, μέσω της δημόσιας έκφρασης του σκεπτικισμού της, καλεί έμμεσα το ΠΑΣΟΚ σε μια βαθύτερη ενδοσκόπηση, προκειμένου να επανεφεύρει τον εαυτό του και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, εκσυγχρονίζοντας το πολιτικό του αφήγημα και επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο του στο πολιτικό γίγνεσθαι.











