
Ο κρίκος της αλυσίδας της πολιτικής ζωής, παρότι δοκιμάζεται, δεν σπάει εύκολα. Η πρόσφατη τοποθέτηση του βουλευτή Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου αποτέλεσε μια βουτιά στην ουσία του προβλήματος που μαστίζει το ΠΑΣΟΚ. Ουσιαστικά, ο κ. Κωνσταντινόπουλος έθεσε ένα αυτονόητο, αλλά κρίσιμο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν, εάν πράγματι αντιμετωπίζουμε την “χειρότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης”, να εξακολουθούμε να βρισκόμαστε 17 ποσοστιαίες μονάδες πίσω στις δημοσκοπήσεις; Η απουσία μιας πειστικής απάντησης σε αυτό το ερώτημα υποδηλώνει ότι οι τρέχουσες στρατηγικές, εάν υφίστανται, δεν αγγίζουν τον πυρήνα των δυσκολιών. Η έννοια της “χειρότερης κυβέρνησης” θα έπρεπε κανονικά να αποτελεί ένα πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση της αντιπολιτευτικής δυναμικής, ωστόσο, τα ποσοτικά δεδομένα αντικρούουν αυτήν την προσδοκία, οδηγώντας σε μια βαθύτερη αναζήτηση αιτιών και λύσεων. Η άθροισης των δημοσκοπικών διαφορών, πέραν της απλής ποσοτικοποίησης, υπαινίσσεται ένα κενό στην πολιτική επικοινωνία και την ικανότητα του κόμματος να συσπειρώσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος.
Η επίκληση στις “διαγραφές” ως εργαλείο αντιμετώπισης των εσωτερικών προβλημάτων, φαντάζει ως μια λύση επισφαλούς αποτελεσματικότητας, η οποία κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτογκόλ. Αντί να ενισχύει την ενότητα και να επαναπροσδιορίζει την ταυτότητα του κόμματος, μια τέτοια τακτική μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αποψίλωση και αποδυνάμωση, χωρίς να παράγει ουσιαστική ανανέωση ή να στοχεύει στην καρδιά των πολιτικών αδυναμιών. Το ζητούμενο δεν είναι η αποβολή μελών, αλλά η ουσιαστική αναδιάρθρωση, η παραγωγή στιβαρών πολιτικών προτάσεων που θα απαντούν στα καίρια προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, και η επανατοποθέτηση του κόμματος ως δύναμη πρότασης και όχι απλώς ως αντίδραση. Η εστίαση στην απομάκρυνση προσώπων, αντί στην αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης ή στην ενίσχυση της εσωκομματικής δημοκρατίας, μπορεί να είναι μια παροδική ανακούφιση, χωρίς όμως να επιλύει τα διαρθρωτικά ζητήματα που απασχολούν το κόμμα και τους ψηφοφόρους του, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση δράσης.
Η διαπίστωση του κ. Κωνσταντινόπουλου λειτουργεί ως ένα μπουλντόγκ για την ανάγκη για ειλικρινή αυτοκριτική εντός των τάξεων του ΠΑΣΟΚ. Το να επαναλαμβάνεται η επωδός περί “χειρότερης κυβέρνησης” χωρίς να συνοδεύεται από ένα σαφές, αναλυτικό και προπαντός, πειστικό αντιπολιτευτικό αφήγημα, αφήνει το κόμμα εκτεθειμένο στην κριτική για έλλειψη οράματος και στρατηγικής. Το γεγονός ότι η πολιτική απόσταση από την κυβέρνηση παραμένει σταθερά μεγάλη, υποδηλώνει μια βαθύτερη δυσαρέσκεια ή αδιαφορία του εκλογικού σώματος, η οποία δεν αντιμετωπίζεται με επιφανειακές κινήσεις. Η πραγματική πρόκληση είναι να μεταφραστεί η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση σε ψήφους υπέρ του ΠΑΣΟΚ, κάτι που απαιτεί προγραμματικές θέσεις, ανανεωμένα πρόσωπα και έναν αέρα ελπίδας και αλλαγής, όχι απλώς την απομάκρυνση όσων θεωρούνται ανεπιθύμητοι. Είναι επιτακτική η ανάγκη για μια συνολική επαναξιολόγηση της πορείας, των θέσεων και των προσώπων του κόμματος, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την κριτική που εμμέσως υπαινίσσεται ο βουλευτής.
Η αντίθεση με την κυβέρνηση, όσο ισχυρή και αν είναι η πεποίθηση για την ορθότητά της, δεν αποτελεί από μόνη της πολιτική πρόταση. Η πορεία προς την ανάκτηση της πολιτικής δυναμικής προϋποθέτει την παραγωγή ρεαλιστικών προτάσεων για τα προβλήματα της καθημερινότητας, την αποτελεσματική επικοινωνία αυτών των προτάσεων και τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης. Οι εσωτερικές διαμάχες ή η τακτική της απομόνωσης συγκεκριμένων στελεχών, μπορεί να εκτονώνουν προσωρινά εσωτερικές εντάσεις, αλλά δεν θεραπεύουν τις βαθύτερες ρωγμές στην αντίληψη του κοινού για την πολιτική πρόταση του ΠΑΣΟΚ. Ο δρόμος για την επανεκκίνηση περνά μέσα από μια ουσιαστική πολιτική και ιδεολογική αφύπνιση.










