
Στον δημόσιο διάλογο, δύο ακραίες στάσεις αλληλοαναιρούνται συχνά, δημιουργώντας ένα παραμορφωμένο κάτοπτρο της πραγματικότητας. Από τη μια, ο ενθουσιασμός που υπερβαίνει τα όρια, η αποθέωση που μετατρέπει τους ανθρώπους σε άφθαρτους θεούς, η μεγαλοποίηση κάθε επιτυχίας σε μια αέναη επικολόγηση επευφημιών. Από την άλλη, η εξίσου επικίνδυνη τάση του εξευτελισμού, της ισοπέδωσης κάθε μνημείου, της απαξίωσης κάθε προσφοράς, συχνά για χάρη της παροδικής εντυπώσεων και της εύκολης κριτικής. Ο Νίκος Δήμου, μια προσωπικότητα που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στον πολιτισμό και στην πνευματική ζωή, δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ούτε ως ανώτερο ον, ούτε ως αποδιοπομπαίος τράγος. Η προσέγγιση στην πολυπλοκότητα της ύπαρξής του απαιτεί ευαισθησία, κριτική σκέψη και, κυρίως, την αναγνώριση της ανθρώπινης φύσης του, με τα φωτεινά και τα πιο σκοτεινά της σημεία.
Η αλήθεια, όπως συχνά συμβαίνει, βρίσκεται κάπου στη μέση, σε μια γκρίζα ζώνη που απαιτεί ψυχραιμία και βάθος για να την αποκωδικοποιήσει κανείς. Η τάση να δημιουργούμε μύθους γύρω από πρόσωπα που θαυμάζουμε –είτε πρόκειται για καλλιτέχνες, είτε για στοχαστές, είτε για εμβληματικές προσωπικότητες της επικαιρότητας–, είναι φυσική. Όμως, αυτή η αποθέωση, όταν γίνεται ανεξέλεγκτη, κινδυνεύει να αφαιρέσει από τον ίδιο τον άνθρωπο την ουσιαστική του διάσταση, την ικανότητα να σφάλει, να υποφέρει, να αμφιβάλλει. Μετατρέπει την προσωπικότητά του σε ένα άψυχο έκθεμα, ιδανικό για προσκύνημα, αλλά αποκομμένο από την πραγματική ζωή και τις δυσκολίες της. Αυτή η αδιέξοδη οπτική, που τον μετατρέπει σε ένα αψεγάδιαστο σύμβολο, στερεί από τη συμβολή του την ανθρώπινη υφή που την καθιστά κινητήρια δύναμη.
Αντιθέτως, η ευκολία με την οποία κάποιοι επιχειρούν να σπιλώσουν, να υποβαθμίσουν ή ακόμα και να διαγράψουν την προσφορά ενός ανθρώπου, είναι εξίσου προβληματική. Η ανάγκη να ισοπεδώσουμε τα πάντα, να δείχνουμε ότι “τα βλέπουμε όλα” και ότι τίποτα δεν μας εντυπωσιάζει, οδηγεί σε μια πνευματική αχρηστία. Όταν η κριτική μετατρέπεται σε ψύχραιμη εξουθένωση, όταν η αναγνώριση της ιδιοφυΐας αντικαθίσταται από την αναζήτηση αδυναμιών –συχνά φανταστικών–, τότε χάνουμε την ουσία. Αυτή η αρνητική «ενέργεια» δεν φωτίζει, αλλά σκοτεινιάζει, μην επιτρέποντας την ανάδειξη του έργου και της βαθύτερης αξίας του αντικειμένου της κριτικής. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, προσπαθώντας να “απομυθοποιήσουν”, συχνά δημιουργούν μια νέα, παραποιημένη πραγματικότητα. Έτσι, ο Νίκος Δήμου, πέρα από τον μανδύα του διανοούμενου, του φιλοσόφου, του συγγραφέα, αποκαλύπτεται ως μια θλιβερή, τραγική μορφή.
Όχι με την έννοια της αδυναμίας ή του ηττημένου, αλλά με την έννοια του ανθρώπου που βίωσε την υπέρτατη πάλη, την εσωτερική διελκυνσίδα μεταξύ της ιδέας και της σάρκας, του πνεύματος και των αδυναμιών του. Η πραγματική αξία του, η κληρονομιά που μας αφήνει, δεν βρίσκεται στην αψεγάδιαστη εικόνα που κάποιοι επιθυμούν να προβάλλουν, ούτε στις κακεντρεχείς απορρίψεις κάποιων άλλων. Βρίσκεται στην αναγνώριση της ανθρωπιάς του, στην ειλικρίνεια της αναζήτησής του, στην τόλμη να εκφράζει σκέψεις που συχνά έρχονται σε αντίθεση με το κατεστημένο. Είναι αυτή η βαθιά ανθρώπινη διάσταση, αυτή η αυθεντική του στάση απέναντι στα πράγματα, που τον καθιστά πραγματικά αξιομνημόνευτο – μια μορφή που, στο πλαίσιο της δικής του τραγωδίας, μας διδάσκει πολλά για την ίδια τη ζωή.













