
«Πώς μπορεί η σημερινή κυβέρνηση, αυτή της Νέας Δημοκρατίας, να σταθεί στα μάτια όλων εκείνων των νέων και όχι μόνο, που κατέχουν πτυχία ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά για να επιβιώσουν αναγκάζονται να εργάζονται ως σερβιτόροι, να απασχολούνται εποχικά σε τουριστικές περιοχές, ή να έχουν ήδη εγκαταλείψει την πατρίδα τους για να βρουν μία αξιοπρεπή επαγγελματική θέση, όπου θα μπορέσουν να πραγματώσουν τις σπουδές και τις φιλοδοξίες τους;» Αυτό το καυστικό ερώτημα έθεσε η Όλγα Μαρκογιαννάκη, εστιάζοντας στην αβυσσαλέα αντίθεση ανάμεσα στις κυβερνητικές διακηρύξεις για την αξιοκρατία και την πραγματικότητα που βιώνει σημαντικό μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Η φράση «η κυβέρνηση δεν μπορεί να μιλήσει για αξιοκρατία» έρχεται ως αντίδραση σε δηλώσεις και πολιτικές που, κατά την άποψή της, δεν ανταποκρίνονται στην ουσία της έννοιας.
Για την Μαρκογιαννάκη, η περίπτωση ενός συγκεκριμένου προσώπου, όπως ο κ. Λαζαρίδης, που προφανώς έχει απασχολήσει την επικαιρότητα, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά την επιτομή ενός ευρύτερου και δυστυχώς συνηθισμένου φαινομένου. Θεωρεί ότι η υπόθεση αυτή είναι απλώς η «κορυφή του παγόβουνου», υπονοώντας ότι κάτω από την επιφάνεια κρύβονται πολλές ακόμη παρόμοιες περιπτώσεις, οι οποίες συνθέτουν ένα δυσμενές σκηνικό για την αντικειμενική αξιολόγηση και ανάδειξη ικανών στελεχών. Επιπλέον, η Μαρκογιαννάκη στρέφει την κριτική της στην έλλειψη ουσιαστικών εγγυήσεων για την αντικειμενικότητα των διαδικασιών επιλογής. Διερωτάται εάν λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές δεξιότητες, η εμπειρία και η καταλληλότητα των υποψηφίων, ή εάν κυριαρχούν άλλες, λιγότερο διάφανες, παράμετροι. Ο παραγκωνισμός των άξιων ατόμων, που παραμένουν άνεργοι ή αναγκάζονται να ασκήσουν κατώτερα των προσόντων τους επαγγέλματα, ενώ η πολιτεία προκρίνει άλλους, δημιουργεί ένα βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και των θεσμών, πλήττοντας καίρια το αίσθημα δικαίου και το ηθικό της κοινωνίας.
The argument is further strengthened by the implicit accusation of favoritism or a system that rewards connections rather than merit. When bright minds, equipped with degrees from respected institutions, find themselves unable to secure stable and fulfilling employment in their field, while others, perhaps less qualified but better connected, climb professional ladders, it raises serious concerns about the integrity of the system. The situation painted by Markogiannakis highlights a systemic issue where the government’s ability to promote genuine meritocracy is severely undermined, leading to widespread frustration and disillusionment among those who have invested years in their education and professional development.













