
Η ανακοίνωση της παραίτησης του Μακάριου Λαζαρίδη αποτελεί το επιστέγασμα μιας σειράς ζητημάτων που ανέκυψαν αναφορικά με τη βεβαίωση των ακαδημαϊκών του προσόντων, η οποία και προσκομίστηκε στο δημόσιο τομέα. Η απόφαση αυτή, αν και αναμενόμενη από πολλούς, δεν ήρθε χωρίς παρασκήνιο, καθώς τα ερωτήματα γύρω από την εγκυρότητα των σπουδών του προκάλεσαν κύμα αντιδράσεων στον πολιτικό κόσμο. Αυτές οι αντιδράσεις, σε συνδυασμό με την προηγούμενη επαγγελματική του πορεία και τη θέση που κατείχε, έγιναν ο καταλύτης για την υποβολή της παραίτησής του. Η όλη υπόθεση ανέδειξε την ευαισθησία που υπάρχει γύρω από την ακεραιότητα των πιστοποιητικών σπουδών στο δημόσιο διάλογο. Η δυσχερής θέση στην οποία βρέθηκε ο κ. Λαζαρίδης δεν οφειλόταν μόνο στην εσφαλμένη προσκόμιση κάποιου εγγράφου, αλλά είχε βαθύτερες ρίζες στην προγενέστερη πρόσληψή του σε μια καίρια θέση συμβούλου στο Υπουργείο Παιδείας, η οποία έλαβε χώρα το 2007.
τότε, οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν για την επιλογή του, προσέλκυσαν την προσοχή και δημιουργήσαν ερωτήματα, τα οποία όμως παρέμεναν σε χρονικό στάδιο «ανεπίλυτα» μέχρι που η πρόσφατη «εξέταση» των πιστοποιητικών του έφερε στο προσκήνιο εκ νέου. Ο τρόπος που διαχειρίστηκε το Δημόσιο αλλά και οι αρμόδιοι φορείς, την αρχική αυτή κατάθεση των προσόντων, αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής, θέτοντας σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των εσωτερικών ελέγχων. Οι έντονες και ποικίλες αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την κοινότητα των πολιτικών, επηρέασαν σημαντικά τις ισορροπίες και την εικόνα του προσώπου του. Η κρίση «αξιοπιστίας» που δημιουργήθηκε, σε σύζευξη με την «εισοδική» του παρουσία λίγα χρόνια πριν σε ένα κρίσιμο υπουργείο, απομάκρυνε κάθε πιθανότητα για «ομαλή» ή «αθόρυβη» συνέχιση της δημόσιας πορείας του.
Η πίεση που δέχτηκε, τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από πολιτικούς αντιπάλους, οδήγησε αναπόφευκτα στην εξέταση των εναλλακτικών επιλογών, με την παραίτηση να φαντάζει ως η μόνη «βιώσιμη» λύση για την άμβλυνση της έντασης και την αποφόρτιση της πολιτικής ατμόσφαιρας, παρά την ενδεχόμενη «αδικία» που μπορεί να νιώθει. Η απόφαση πάρθηκε μετά από σκεπτικό και αξιολόγηση των δεδομένων. Η «σταδιακή» αποκάλυψη των γεγονότων και των «αστοχιών» στις διαδικασίες, κατέστησε ολοένα και πιο δύσκολη την «αποδόμηση» των αρνητικών εντυπώσεων. Η «συνεχιζόμενη» δημόσια συζήτηση, που «καταβρόχθιζε» ενέργεια και «πόρους» από άλλες, ίσως πιο ουσιαστικές, πολιτικές πρωτοβουλίες, έδωσε το έναυσμα για την αναζήτηση μιας «ενέλικτης» στρατηγικής, η οποία θα εκτονώσει την πίεση και θα «αποσυμπιέσει» το κλίμα. Η παραίτηση, ως πράξη «αυτοκάθαρσης» ή «αποποίησης ευθυνών», προσέδωσε ένα «τραγικό» αλλά και «ρεαλιστικό» τέλος σε μια υπόθεση που θίγει ευαίσθητα σημεία της δημόσιας διοίκησης και της πολιτικής ζωής, θέτοντας ταυτόχρονα νέα «δεδομένα» για το πώς θα πρέπει να προσεγγίζονται τέτοιες «ευαίσθητες» εκθέσεις.













