
Στην καρδιά της Άγκυρας, πραγματοποιήθηκε μια κρίσιμη διπλωματική συνάντηση μεταξύ του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, και του Ομοσπονδιακού Υπουργού Εξωτερικών της Βολιβίας, Ροχέλιο Ολγκίν. Το επίκεντρο των συζητήσεων, όπως αναμενόταν, αποτέλεσαν οι εξελίξεις στο μακροχρόνιο Κυπριακό ζήτημα, με τις θέσεις της Τουρκίας να επαναβεβαιώνονται με ιδιαίτερη σαφήνεια. Ο κ. Φιντάν, κατά τη διάρκεια της συνάντησης, τόνισε με νόημα ότι η «μόνη ρεαλιστική λύση» για το Κυπριακό εγείρεται στη βάση της αποδοχής και υλοποίησης μιας συμφωνίας δύο κρατών. Αυτή η επανάληψη της τουρκικής θέσης, η οποία έχει διατυπωθεί επανειλημμένως στο παρελθόν, σηματοδοτεί τη σταθερή προσήλωση της Άγκυρας σε μια ξεχωριστή κρατική οντότητα για τους Τουρκοκυπρίους, απομακρύνοντας ενδεχομένως από τις προσπάθειες διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας που αποτελούσε το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για δεκαετίες.
Η συνάντηση αυτή, σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο, προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις δηλώσεις του Τούρκου Υπουργού, υπογραμμίζοντας τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μελλοντική προσπάθεια για την προσέγγιση των δύο πλευρών. Η τοποθέτηση του κ. Φιντάν δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς η Τουρκία έχει συστηματικά προωθήσει την ιδέα της «λύσης των δύο κρατών» ως την άκαμπτη προϋπόθεση για οποιαδήποτε πρόοδο στο Κυπριακό. Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ελληνοκυπριακή πλευρά και την πλειοψηφία της διεθνούς κοινότητας, η οποία εξακολουθεί να υποστηρίζει τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία ως τη μόνη βιώσιμη βάση για την επανένωση του νησιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βολιβία, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί άμεσα εμπλεκόμενη χώρα στην επίλυση του Κυπριακού, η συνάντηση με τον Υπουργό Εξωτερικών της υπογραμμίζει την επιθυμία της Τουρκίας να ενημερώσει και να συζητήσει το ζήτημα με όσο το δυνατόν περισσότερους διεθνείς εταίρους.
Η επιμονή σε μια τέτοια διαιρετική προσέγγιση, ενέχει τον κίνδυνο να εδραιώσει περαιτέρω τον διαχωρισμό και να καταστήσει ακόμη πιο δύσκολη την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης, εμβαθύνοντας την πολιτική και κοινωνική πόλωση στο νησί και στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Οι δηλώσεις του Τούρκου Υπουργού, εκτός από την ξεκάθαρη δήλωση θέσης, επιδιώκουν να στείλουν ένα μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση, αναφορικά με τις κόκκινες γραμμές που έχει θέσει η Άγκυρα. Η αναφορά στην «ρεαλιστικότητα» της λύσης των δύο κρατών υποδηλώνει την αντίληψη ότι η πραγματικότητα στο νησί έχει αλλάξει και ότι η συμβίωση, με βάση την ανεξαρτησία δύο ξεχωριστών κρατών, είναι η μόνη πρακτικά εφαρμόσιμη οδός. Αυτό, φυσικά, έρχεται σε αντίθεση με την αντίληψη πως ο διαμελισμός είναι η αποτυχία των πολιτικών επιλογών και όχι λύση.
Η επανειλημμένη προώθηση αυτού του αφηγήματος από την τουρκική πλευρά, αναμένεται να προκαλέσει νέες αντιδράσεις και ανησυχία στις ελληνοκυπριακές αρχές, αλλά και στους διεθνείς εταίρους που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Η άρνηση του ενιαίου κράτους, έστω και ομοσπονδιακού, και η προώθηση της διαίρεσης, θέτει πραγματικά εμπόδια στην επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων και στην επίτευξη μιας συμφωνίας που θα εξασφαλίζει την ειρήνη και την ευημερία για όλους τους κατοίκους της Κύπρου. Η συνάντηση στην Άγκυρα, υπό το πρίσμα των δηλώσεων Φιντάν, υπογραμμίζει την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία φαίνεται να βρίσκεται το Κυπριακό ζήτημα, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες. Η επιμονή της Τουρκίας σε μια λύση που δεν επιθυμεί η ελληνοκυπριακή πλευρά και δεν υποστηρίζεται από την πλειοψηφία της διεθνούς κοινότητας, δημιουργεί ένα νέο αδιέξοδο.
Είναι προφανές ότι η Τουρκία, με αυτή την κίνηση, επιδιώκει να εδραιώσει την άποψή της και να ασκήσει πίεση για την αποδοχή της, κάτι που αναμένεται να προκαλέσει εντάσεις στις σχέσεις της με την ΕΕ και να περιπλέξει τις προσπάθειες για μια συνολική επίλυση. Η διεθνής κοινότητα θα κληθεί και πάλι να διαχειριστεί αυτή την κατάσταση, προσπαθώντας να βρει τρόπους αποτροπής της οριστικής διαίρεσης του νησιού και να διαφυλάξει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η απουσία κοινής βάσης για διάλογο παραμένει το κυριότερο εμπόδιο, με την Τουρκία να φαίνεται ανένδοτη στην προώθηση της δικής της ατζέντας, αδιαφορώντας για τις ανησυχίες και τις επιφυλάξεις των άλλων εμπλεκόμενων μερών.













