
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σ. Φάμελλος, εξαπέλυσε με δριμύτητα τα πυρά του κατά του Μακάριου Λαζαρίδη, χαρακτηρίζοντάς τον όχι απλώς ως πρόσωπο, αλλά ως ολοκληρωμένο «σήμα κατατεθέν» της ρουσφετολογικής νοοτροπίας που, όπως υποστηρίζει, διέπει τόσο τη Νέα Δημοκρατία όσο και προσωπικά τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι δηλώσεις του βουλευτή εστιάζουν σε σοβαρές καταγγελίες που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από πλήθος δημοσιευμάτων. Αυτές οι αποκαλύψεις αφορούν την πρόσληψη του κ. Λαζαρίδη σε πολλαπλές και, σύμφωνα με τον κ. Φάμελλο, αμφισβητούμενες θέσεις εργασίας στο ελληνικό Δημόσιο. Το χρονικό εύρος των φερόμενων αυτών προσλήψεων τοποθετείται μεταξύ των ετών 2007 και 2013, μια περίοδο που, όπως υποδηλώνει ο βουλευτής, οι εν λόγω διαδικασίες πραγματοποιήθηκαν κατά κατάφωρη παράβαση των ισχυουσών νομικών διατάξεων και της αρχής της νομιμότητας.
Η κριτική του Σ. Φάμελλου δεν περιορίζεται στην απλή επισήμανση ενός μεμονωμένου περιστατικού. Αντιθέτως, τη χρησιμοποιεί ως αφετηρία για να εγείρει ευρύτερα ζητήματα σχετικά με την ποιότητα της διακυβέρνησης και τις αρχές που διέπουν τις δημόσιες διοικητικές δομές υπό την τρέχουσα πολιτική ηγεσία. Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι κατηγορηματικός ότι η περίπτωση του κ. Λαζαρίδη δεν είναι ένα τυχαίο συμβάν, αλλά μία ακόμη απόδειξη της εμμονής σε πρακτικές που ευνοούν συγκεκριμένα πρόσωπα και συμφέροντα, αντί να βασίζονται στην αντικειμενική αξιολόγηση προσόντων και στην τήρηση των κανόνων διαφάνειας. Αυτό, κατά την άποψή του, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το αν όντως οι επιλογές ατόμων σε καίριες θέσεις γίνονται αποκλειστικά βάσει της αξίας τους και όχι άλλων, λιγότερο διαφανών, κριτηρίων.
Συγκεκριμένα, η τοποθέτηση του Σ. Φάμελλου εστιάζει στο γεγονός ότι ο κ. Λαζαρίδης φέρεται να έχει καταλάβει «αρκετές θέσεις» στο Δημόσιο, ένα στοιχείο που, σε συνδυασμό με την αναφορά σε «παράβαση της νομοθεσίας», δημιουργεί σοβαρές εντυπώσεις. Ο όρος «πολιτικός απατεώνας» που χρησιμοποιεί ο βουλευτής, αν και ισχυρά φορτισμένος, αποδίδει την ένταση του επιχειρήματός του: ότι δηλαδή οι ενέργειες αυτές, αν αποδειχθούν, αποτελούν παραβίαση της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού και υπονόμευση των αρχών που πρέπει να διέπουν ένα σύγχρονο και δίκαιο κράτος. Είναι σαφές από τη δήλωσή του ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά αποδεικτικό στοιχείο μιας ευρύτερης αντίληψης περί άσκησης πολιτικής και διαχείρισης του δημοσίου χρήματος, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, χαρακτηρίζεται από ευνοιοκρατία και έλλειψη διαφάνειας.
Η αναφορά του κ. Φάμελλου στο «σήμα κατατεθέν της ρουσφετολογικής αντίληψης» και στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, υποδηλώνει την πρόθεσή του να συνδέσει το συγκεκριμένο περιστατικό με τη συνολική πολιτική ταυτότητα και τη λειτουργία της κυβέρνησης. Είναι μια προσπάθεια να αποδομηθεί η εικόνα που η κυβέρνηση προσπαθεί να προβάλει, θίγοντας τις θεμελιώδεις αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας. Το εύρος των φερόμενων προσλήψεων, αλλά και η φύση της παράβασης που υπονοείται, προσδίδουν στην καταγγελία βαρύτητα και καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση και διαφώτιση. Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, μέσω αυτής της δήλωσής του, επιθυμεί να αφυπνίσει την κοινή γνώμη και να αναδείξει τις παθογένειες που, κατά την εκτίμησή του, συνεχίζουν να ταλανίζουν το πολιτικό σύστημα της χώρας, εμποδίζοντας την πρόοδό του και υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στις θεσμικές διαδικασίες.













