
Η εικόνα που διαγράφεται για την ελληνική ύπαιθρο, και ειδικότερα τα χωριά που βρίσκονται σε παραμεθόριες και ακριτικές ζώνες, είναι άκρως ανησυχητική. Παρατηρείται μια διαρκής συρρίκνωση, μια σταδιακή ερημοποίηση που μετατρέπει κάποτε ζωντανούς οικισμούς σε τόπους εγκατάλειψης. Το κράτος, δυστυχώς, επιδεικνύει μια ολέθρια αδιαφορία, μια παθογένεια που έχει ριζώσει βαθιά στις πολιτικές του αποφάσεις. Η κεντρική διοίκηση φαίνεται αποκομμένη από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιφέρεια, αφήνοντας τα χωριά στο έλεος του χρόνου και της εγκατάλειψης. Η απουσία ενός συνεκτικού και μακροπρόθεσμου σχεδίου για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης είναι εμφανής, επιδεινώνοντας την κατάσταση και οδηγώντας σε ένα αδιέξοδο. Στην απελπιστική αυτή κατάσταση, οι δήμοι, οι θεσμικοί φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, βρίσκονται ουσιαστικά “ξεμεινάνε” από πόρους. Οι λιγοστές χρηματοδοτήσεις που φτάνουν, αν φτάνουν, δεν επαρκούν ούτε για την κάλυψη των στοιχειωδών λειτουργικών αναγκών.
Η συντήρηση υποδομών, η παροχή βασικών υπηρεσιών, ακόμη και η στοιχειώδης μέριμνα για τους πολίτες, καθίσταται δύσκολη, έως αδύνατη. Αυτή η οικονομική ασφυξία αφήνει τα χωριά ακόμη πιο ευάλωτα, χωρίς την ουσιαστική υποστήριξη που θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία της παρακμής. Η έλλειψη πόρων μεταφράζεται σε απουσία ανάπτυξης, σε αδυναμία προσέλκυσης νέων κατοίκων και σε σταδιακή φθορά του κοινωνικού ιστού. Μέσα σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, εκείνοι που παραμένουν ως η τελευταία γραμμή άμυνας και στήριξης των χωριών είναι οι σύλλογοι. Οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι και οι Αδελφότητες, πέρα από τις παραδοσιακές τους δράσεις, καλούνται να αναλάβουν έναν πολλαπλό ρόλο, λειτουργώντας ως πυλώνες της τοπικής ζωής. Με αυτοθυσία και αφοσίωση, διοργανώνουν εκδηλώσεις που κρατούν ζωντανή την κοινωνική και πολιτιστική ταυτότητα των τόπων, από τα παραδοσιακά πανηγύρια μέχρι και ενημερωτικές ημερίδες.
Η προσφορά τους είναι ανεκτίμητη, καθώς αποτελούν την κινητήρια δύναμη πίσω από κάθε προσπάθεια διατήρησης και αναζωογόνησης. Επιπλέον, οι σύλλογοι δεν περιορίζονται μόνο σε συμβολικές δράσεις, αλλά επωμίζονται και την υλοποίηση μικρών, αλλά ουσιαστικών έργων. Από την ανακαίνιση κοινοχρήστων χώρων, τη συντήρηση μονοπατιών, μέχρι και την υποστήριξη ευάλωτων ομάδων, οι εθελοντές αυτών των σωματείων επιδεικνύουν αξιοθαύμαστη πρωτοβουλία. Προσφέρουν λύσεις όπου η επίσημη πολιτεία αδυνατεί ή αδιαφορεί, καταδεικνύοντας ότι η δύναμη του εθελοντισμού και της τοπικής αυτοοργάνωσης μπορεί να κάνει τη διαφορά. Η δράση τους, αν και πολλές φορές αθόρυβη, είναι η απόδειξη ότι η ελπίδα για την επιβίωση των χωριών μπορεί να στηριχθεί στις ίδιες τις κοινότητες και στους ανθρώπους τους. Η ανάγκη για έναν ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχεδιασμό, που θα αντιμετωπίζει την ερημοποίηση των χωριών ως εθνικό πρόβλημα, είναι επιτακτική.
Δεν αρκούν οι αποσπασματικές παρεμβάσεις ή οι μηχανισμοί που επικεντρώνονται μόνο στη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης. Απαιτείται μια εθνική στρατηγική που θα στοχεύει στην αναστροφή του φαινομένου, στην προσέλκυση επενδύσεων, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση των τοπικών οικονομιών. Μόνο τότε, σε συνδυασμό με την ενεργό συμμετοχή και την αφοσίωση των τοπικών συλλόγων, μπορούμε να ελπίζουμε ότι τα χωριά μας θα ξαναβρούν τη χαμένη τους ζωντάνια και θα πάψουν να απειλούνται από την πλήρη αφάνεια.











