
Η ελληνική νεολαία, αν και πλοηγείται με ευκολία στον ψηφιακό κόσμο και διατηρεί μια έντονη παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δείχνει μια αξιοσημείωτη απροθυμία να αξιοποιήσει το διαδίκτυο ως εργαλείο για ενεργό συμμετοχή στα κοινά. Τα δεδομένα από πρόσφατες ερευνές σκιαγραφούν ένα παζλ με πολλά αλληλοσυγκρουόμενα κομμάτια: από τη μία, η νεολαία είναι εξαιρετικά συνδεδεμένη, καταναλώνοντας και παράγοντας ψηφιακό περιεχόμενο σε αδιάκοπη ροή. Από την άλλη, αυτή η ψηφιακή οικειότητα δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτική δράση ή έκφραση μέσω των online πλατφορμών. Η ενασχόληση με την πολιτική, η έκφραση απόψεων για τρέχοντα ζητήματα ή η συμμετοχή σε ψηφιακές καμπάνιες φαίνεται να βρίσκονται χαμηλά στις προτεραιότητες ή να απουσιάζουν εντελώς από τις συνήθειες της πλειοψηφίας. Η τάση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς την ευμάρεια και την αμεσότητα με την οποία οι νέοι χρησιμοποιούν τα ψηφιακά εργαλεία για την προσωπική τους ζωή, την ψυχαγωγία και την κοινωνική τους δικτύωση.
Το ίντερνετ και τα social media λειτουργούν ως προέκταση της καθημερινότητάς τους, προσφέροντας άμεση επικοινωνία, ροή πληροφοριών και ψυχαγωγίας. Ωστόσο, όταν πρόκειται για την πολιτική ή τη συμμετοχή στα κοινά, το ίδιο ψηφιακό οικοσύστημα που τους κρατά απασχολημένους, φαίνεται να μην τους εμπνέει ή να μην τους πείθει για την αποτελεσματικότητά του ως μέσο επίδρασης. Υπάρχει ένα σαφές χάσμα που χρήζει διερεύνησης, καθώς οι νέοι έχουν τη δυνατότητα να συνδεθούν, να ενημερωθούν και να κινητοποιηθούν, αλλά επιλέγουν να μην το κάνουν αυτήν τη συγκεκριμένη οδό. Πολλές είναι οι πιθανές αιτίες που οδηγούν σε αυτό το φαινόμενο. Μια από τις βασικότερες είναι η αντίληψη ότι η online πολιτική δράση είναι αναποτελεσματική ή ότι οι φωνές τους δεν θα ακουστούν πραγματικά από τους αρμόδιους φορείς.
Η απογοήτευση από την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση, η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα πολιτικά κόμματα και οι θεσμοί, αλλά και η γενικότερη αίσθηση αδυναμίας επηρεασμού, μπορούν να οδηγήσουν τους νέους σε μια στάση απάθειας. Επιπλέον, η έλλειψη σαφών και ελκυστικών μηχανισμών για την ψηφιακή πολιτική συμμετοχή, που να απευθύνονται άμεσα στις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα τους, μπορεί να συμβάλλει στην απομάκρυνσή τους. Η ψηφιακή υπερπληροφόρηση και η δυσκολία διάκρισης σημαντικών από ασήμαντες πληροφορίες μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα σημαντικό προβληματισμό για το μέλλον της δημοκρατικής συμμετοχής και την ενσωμάτωση των νέων γενεών στον δημόσιο διάλογο. Η ψηφιακή εποχή προσφέρει πρωτόγνωρες ευκαιρίες για αλληλεπίδραση και κινητοποίηση, αλλά η απροθυμία των νέων να τις αξιοποιήσουν πολιτικά υποδηλώνει την ανάγκη για επανεξέταση των στρατηγικών προσέλκυσης και εμπλοκής τους.
Η καλλιέργεια ενός αισθήματος εμπιστοσύνης, η δημιουργία πιο προσβάσιμων και ουσιαστικών καναλιών επικοινωνίας, και η ανάδειξη της πραγματικής δύναμης που μπορεί να έχει η συλλογική ψηφιακή φωνή, είναι κρίσιμα στοιχεία για να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην ψηφιακή ιδιότητα και την πολιτική ιδιότητα του πολίτη. Η πρόκληση είναι να μετασχηματιστεί η ψηφιακή σύνδεση σε ουσιαστική πολιτική δράση.













