
Η κυβέρνηση υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη φαίνεται να χαράσσει μια εξωτερική πολιτική που την φέρνει σε στενή ευθυγράμμιση με τις αμερικανικές προτεραιότητες, όπως αυτές εκφράζονται από την πιθανή μελλοντική ηγεσία υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Η επιλογή αυτή, σε συνδυασμό με την στήριξη προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου, σηματοδοτεί μία σαφή στροφή, η οποία, ωστόσο, έρχεται σε αντίθεση με την γενικότερη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Βρυξέλλες, μεθοδικά και διακριτικά, έχουν δείξει διαχρονικά την τάση να κρατούν αποστάσεις από τα πιο αμφιλεγόμενα και δυνητικά αποσταθεροποιητικά σχέδια που προκύπτουν από το Λευκό Οίκο, ειδικά όταν αυτά αγγίζουν ευαίσθητα γεωπολιτικά ζητήματα. Η ελληνική διπλωματία, αναπτύσσοντας αυτή την παραλληλόγραμμη προσέγγιση, φαίνεται να αγνοεί ή να υποβαθμίζει τη σημασία της ευρωπαϊκής συνοχής και των κοινών αξιών που διέπουν την Ένωση, οδηγώντας σε μια δυνητικά μονήρη πορεία.
Η στρατηγική αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την προσαρμοστικότητα και την ανθεκτικότητα της Ελλάδας σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον. Η εμβάθυνση των σχέσεων με μια μερίδα της διεθνούς πολιτικής σκηνής, η οποία συχνά αμφισβητεί τις βασικές αρχές της πολυμέρειας και του διεθνούς δικαίου, θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία της χώρας μας ως πυλώνα σταθερότητας εντός της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμέτωπη με τα δικά της εσωτερικά και εξωτερικά προσανατολισμένα ζητήματα, επιδεικνύει σαφή δισταγμό απέναντι σε πολιτικές που χαρακτηρίζονται από μονομερείς ενέργειες και απουσία στρατηγικού οράματος. Η απόσταση που τηρεί απέναντι στα καταστροφικά – όπως χαρακτηρίζονται – σχέδια του Λευκού Οίκου, υποδεικνύει μια στάση προσοχής και επαγρύπνησης, την οποία η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να μην ακολουθεί. Επιπλέον, η άρνηση υιοθέτησης μιας πιο ισορροπημένης προσέγγισης, που θα ενσωμάτωνε και τις ανησυχίες της Ευρώπης, μπορεί να αποξενώσει περαιτέρω την Ελλάδα από τους παραδοσιακούς της εταίρους και την ίδια την ένταξη την οποία επιζητά σε περιφερειακά και διεθνή φόρα.
Η εξάρτηση από ασταθείς γεωπολιτικές συμμαχίες, ιδίως όταν αυτές χαρακτηρίζονται από αντισυμβατικές και αμφιλεγόμενες θέσεις, δεν προσφέρει την ασφάλεια και την προβλεψιμότητα που απαιτούνται για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας. Η προσέγγιση αυτή, εάν συνεχιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε μια διεθνή απομόνωση, με αρνητικές επιπτώσεις σε νευραλγικούς τομείς, από την οικονομία και τις επενδύσεις έως την διπλωματική επιρροή. Η κίνηση αυτή, υποστηρίζεται από ορισμένους ως μια στρατηγική κίνηση για την ενίσχυση της εθνικής θέσης, ωστόσο, οι κριτικοί επισημαίνουν ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να γίνει πιόνι σε ένα παιχνίδι μεγαλύτερων δυνάμεων, χάνοντας την αυτονομία και την ικανότητά της να διαμορφώνει την δική της ατζέντα. Η ευθυγράμμιση με συγκεκριμένες αμερικανικές και ισραηλινές πολιτικές, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις και τις θέσεις του ευρωπαϊκού μπλοκ, μπορεί να αποδειχθεί βραχυπρόθεσμα επωφελής, αλλά μακροπρόθεσμα επιζήμια.
Η Ευρώπη, ως ο βασικός εταίρος και θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου η Ελλάδα επιδιώκει να ασκήσει την εξωτερική της πολιτική, είναι απαραίτητο να μην αποσταθεροποιηθεί ή να υπονομευθεί η κοινή της πορεία, ειδικά σε εποχές που απαιτείται ενότητα και συντονισμός.












