
Ο φετινός Μάιος αποδεικνύεται ένας «Μαύρος Μάης» για τα εργατικά δυστυχήματα στην Ελλάδα, με τη θλιβερή διαπίστωση ότι χάνεται, κατά μέσο όρο, μια ανθρώπινη ζωή κάθε μέρα στους χώρους εργασίας. Η τραγική αυτή πραγματικότητα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου η Ευρωβουλή ετοιμάζεται να επικυρώσει την καθιέρωση μιας «Ημέρας Μνήμης Θυμάτων» για όσους έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας εργατικών ατυχημάτων. Αντί όμως για εθνικές πρωτοβουλίες μνήμης και ανάδειξης του προβλήματος, στη χώρα μας ο θρήνος για χαμένες ζωές είναι καθημερινός και αδιάκοπος, αποτελώντας μια σκληρή υπενθύμιση της απουσίας ουσιαστικής προστασίας για τους εργαζομένους. Η συνεχής ροή αρνητικών ειδήσεων και η στατιστική που δείχνει αμείλικτα προς τα πάνω, καθιστούν την επίλυση αυτού του ζητήματος επιτακτική ανάγκη.
Η συχνότητα με την οποία πληροφορούμαστε για εργατικά ατυχήματα, πολλές φορές σοβαρά και θανατηφόρα, προκαλεί βαθιά ανησυχία και εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και υγιεινής στους χώρους εργασίας. Φαίνεται ότι παρά τις προειδοποιήσεις και τις εκκλήσεις, οι αρμόδιοι φορείς, είτε πρόκειται για εργοδότες είτε για εποπτικές αρχές, δεν επιδεικνύουν την απαιτούμενη εγρήγορση και αυστηρότητα. Η πολυεπίπεδη κρίση που διανύει η χώρα έχει, δυστυχώς, οδηγήσει σε υποβάθμιση της σημασίας που αποδίδεται στην ασφάλεια, με αποτέλεσμα η προστασία των εργαζομένων να τίθεται συχνά σε δεύτερη μοίρα έναντι της κερδοφορίας ή της ταχύτητας στην παραγωγή. Η απώλεια κάθε ζωής δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά μια οικογένεια που καταστρέφεται και μια κοινωνία που χάνει ένα από τα μέλη της.
Η καθιέρωση μιας ημέρας μνήμης στην Ευρώπη, αν και θετική εξέλιξη, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για άμεση και αποτελεσματική δράση εδώ και τώρα, στην Ελλάδα. Ο «Μαύρος Μάης» αποτελεί μια αφορμή για βαθύτερο προβληματισμό και δράση. Είναι καιρός να αναληφθούν πρωτοβουλίες που θα εστιάζουν στην πρόληψη, την εντατικοποίηση των ελέγχων, την αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας και την επιβολή ουσιαστικών κυρώσεων σε όσους παραβιάζουν τους κανόνες ασφαλείας. Μόνο με την υιοθέτηση μιας συνολικής και αδιάλλακτης στάσης απέναντι στο πρόβλημα, μπορούμε να ελπίζουμε σε μείωση του θλιβερού αυτού φαινομένου και στην οικοδόμηση ενός εργασιακού περιβάλλοντος που σέβεται και προστατεύει τη ζωή και την αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου. Είναι επιτακτική ανάγκη να αναγνωριστεί ότι η ασφάλεια στους χώρους εργασίας δεν είναι πολυτέλεια, αλλά θεμελιώδες δικαίωμα και απόλυτη προτεραιότητα.
Η σύνδεση της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας με την ελληνική πραγματικότητα, όπου ο αριθμός των θανάτων παραμένει δραματικά υψηλός, πρέπει να κινητοποιήσει την πολιτεία, τους κοινωνικούς εταίρους και την ίδια την κοινωνία. Η κάθε απώλεια είναι μια αδιαπραγμάτευτη τραγωδία που αφήνει βαθύ το αποτύπωμά της. Η επόμενη μέρα για όσους επιζούν ενός ατυχήματος, ή για τις οικογένειες των θυμάτων, είναι συχνά δυσβάσταχτη, χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη και προστασία. Η ανάγκη για ουσιαστικές λύσεις, πέρα από τις συμβολικές κινήσεις, είναι πιο επιτακτική από ποτέ.













