
Ο νομικός εκπρόσωπος του 20χρονου νεαρού που κατηγορείται για τη βίαιη δολοφονία ενός 27χρονου στον Άγιο Δημήτριο, αποκάλυψε πως ο εντολέας του έφερε μαζί του ένα μαχαίρι, όχι με πρόθεση να επιτεθεί, αλλά εξαιτίας ισχυρού φόβου που βίωνε. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του συνηγόρου, Ευάγγελου Μπιτσαξή, ο πελάτης του βρισκόταν “υπό το κράτος αυτού του πανικού”. Αυτή η δυσμενής ψυχολογική κατάσταση, όπως την περιέγραψε ο δικηγόρος, τον οδήγησε εν τέλει να αποφασίσει να παραδοθεί στις αστυνομικές αρχές, αφότου είχαν περάσει κάποιες ώρες από το συμβάν. Ο Μπιτσαξής επιχείρησε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην αντίληψη του εντολέα του για την επικινδυνότητα της κατάστασης, δικαιολογώντας την κατοχή του αιχμηρού αντικειμένου ως μέτρο αυτοπροστασίας και όχι ως εργαλείο προμελετημένης επίθεσης. Η τοποθέτηση αυτή έρχεται να ανατρέψει ενδεχομένως την αρχική εικόνα της υπόθεσης, εστιάζοντας στην αντίληψη του δράστη για την πραγματικότητα και τις άμεσες αντιδράσεις του.
Η υπερασπιστική γραμμή, όπως αυτή διατυπώνεται από τον συνήγορο, περιστρέφεται γύρω από την έννοια της άμυνας και της απρόβλεπτης εξέλιξης της κατάστασης. Η παραδοχή ότι ο 20χρονος έφερε μαζί του μαχαίρι, σε συνδυασμό με τη δήλωση περί πανικού, δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου η πράξη του, όσο τραγική και αν είναι, εξετάζεται υπό το πρίσμα της ψυχολογικής πίεσης και του φόβου. Ο κ. Μπιτσαξής τόνισε εμφατικά την απόφαση του πελάτη του να παραδοθεί, χαρακτηρίζοντάς την ως συνέπεια της αντίληψής του για την απόγνωση της στιγμής. Η αυτόβουλη παράδοση, σύμφωνα με τον ίδιο, υποδηλώνει μια διάθεση για αντιμετώπιση των συνεπειών, ακόμη και αν αυτή εκδηλώνεται μετά από μια περίοδο έντονου δράματος και φόβου. Η νομική στρατηγική φαίνεται να στοχεύει στην ανάδειξη των συνθηκών και της ψυχολογικής κατάστασης που επικρατούσαν, ελπίζοντας να επηρεάσει την τελική ετυμηγορία.
Η επιβεβαίωση της κατοχής του μαχαιριού και η αιτιολόγηση μέσω του φόβου, εισάγουν μια νέα διάσταση στην ποινική διερεύνηση της υπόθεσης. Ο δικηγόρος επιδιώκει να παρουσιάσει τον πελάτη του ως άτομο που ενήργησε υπό την επήρεια ακραίων συναισθημάτων, παρά ως ένα άτομο με κακόβουλη πρόθεση. Ο ισχυρισμός ότι ο νεαρός βρέθηκε “υπό το κράτος αυτού του πανικού” είναι κεντρικός στην επιχειρηματολογία του, υποδηλώνοντας πως η πράξη του υπήρξε αποτέλεσμα στιγμιαίας αντίδρασης σε μια φαινομενικά απειλητική κατάσταση, και όχι προμελετημένο έγκλημα. Η απόφαση για παράδοση, μετά από ώρες, επισημαίνεται ως απόδειξη της εσωτερικής πάλης και της τελικής συνειδητοποίησης των πράξεών του, ακόμα κι αν αυτή η συνειδητοποίηση ήρθε αργότερα. Αυτή η προσέγγιση θέτει ερωτήματα σχετικά με την αντίληψη της ευθύνης και την ερμηνεία των γεγονότων από την πλευρά του κατηγορούμενου.
Οι δηλώσεις του συνηγόρου έρχονται να περιπλέξουν περαιτέρω την εικόνα που έχει σχηματιστεί από τις πρώτες αναφορές για τη δολοφονία. Η εστίαση στην ψυχολογική διάσταση της υπόθεσης, με την έμφαση στον πανικό και την αυτοπροστασία, φιλοδοξεί να διαμορφώσει την κοινή γνώμη και, ενδεχομένως, να επηρεάσει την πορεία της δικαστικής διαδικασίας. Η παράδοση του 20χρονου, αν και μεταγενέστερη, παρουσιάζεται ως μια πράξη η οποία, αν και καθυστερημένη, δείχνει μια μορφή ανάληψης ευθύνης ή τουλάχιστον μια τάση αυτοελέγχου μετά το συμβάν. Ο συνήγορος, αξιοποιώντας αυτό το στοιχείο, προσπαθεί να χτίσει ένα αφήγημα που να θέτει εν αμφιβόλω την πλήρη ποινική ευθύνη του πελάτη του, συνδέοντάς την στενά με τις συνθήκες και τα αισθήματα που τον κυρίευσαν κατά τη διάρκεια του τραγικού επεισοδίου.













