Oι σύγχρονες εκδοχές της μαργαρίνης αποτελούν πλέον μια ασφαλή επιλογή για τη διατροφή, ακόμη και για όσους «παλεύουν» με τη χοληστερίνη.
Τα έλαια και τα λίπη βρίσκονται στο επίκεντρο της διατροφικής συζήτησης εδώ και χρόνια.
Όλα τα λίπη δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο στον οργανισμό – κάποια αυξάνουν τη χοληστερόλη, ενώ άλλα βοηθούν στη μείωσή της.
Η χοληστερόλη είναι μια φυσική λιπαρή ουσία που παράγεται στο ήπαρ και βρίσκεται επίσης σε ορισμένα τρόφιμα. Η υπερβολική κακή χοληστερόλη μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση λιπαρών αποθέσεων στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων, προκαλώντας στένωση ή απόφραξή τους.
Με τόσα αντικρουόμενα μηνύματα, η επιλογή του σωστού προϊόντος μπορεί συχνά να φαίνεται δύσκολη υπόθεση, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις –όπως αυτή της μαργαρίνης– που τα ίδια τα προϊόντα αλλάζουν σύνθεση με το πέρασμα του χρόνου.
Η μαργαρίνη είχε παραδοσιακά κακή φήμη και πολλοί πιστεύουν ότι πρέπει να την αποφεύγουν.
Αυτό οφείλεται στο ότι παλαιότερα περιείχε επιβλαβή τρανς λιπαρά, τα οποία συνδέονται έντονα με καρδιαγγειακές παθήσεις.
Ωστόσο, οι σύγχρονες μαργαρίνες «περιέχουν σχεδόν μηδενικές ποσότητες τρανς λιπαρών», σύμφωνα με τους ειδικούς. «Έτσι, μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας υγιεινής διατροφής και να μειώσουν την κακή χοληστερόλη».
Το βούτυρο επίσης δεν απαγορεύεται εντελώς:
«Αν αγαπάτε το βούτυρο, για παράδειγμα στο τοστ σας, μπορείτε να το καταναλώνετε», σημειώνει στο BBC η Νίτα Φορούχι, καθηγήτρια Υγείας του Πληθυσμού και Διατροφής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
Μπορείτε να χρησιμοποιείτε και μαργαρίνη και βούτυρο στο μαγείρεμα, αλλά η Φορούχι προτείνει μερικές φορές να τα αντικαθιστάτε με λάδι, που περιέχει λιγότερα κορεσμένα λιπαρά.
Σημειώνεται πως οι οδηγίες υγείας στο Ηνωμένο Βασίλειο συνιστούν να διατηρείται η πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών κάτω από το 10% των θερμίδων, κάτι που είναι πιο εύκολο αν χρησιμοποιείτε λάδι αντί για βούτυρο στο μαγείρεμα.













