
Μια απόφαση που σίγουρα θα συζητηθεί έντονα και αναμένεται να τροφοδοτήσει την ήδη τεταμένη σχέση μεταξύ των δικηγορικών συλλόγων και των δικαστικών λειτουργών εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός του πρόωρου τοκετού μιας δικηγόρου, ο οποίος έλαβε χώρα μόλις λίγες ημέρες πριν την προγραμματισμένη δικάσιμο, δεν πληροί τα κριτήρια της “ανωτέρας βίας” που θα δικαιολογούσε την αναβολή της εκδίκασης. Η δικηγόρος, πέραν της δικής της εξαιρετικά στρεσογόνου κατάστασης, βρέθηκε αντιμέτωπη με την άμεση ανάγκη νοσηλείας του νεογνού της σε Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας, όπου παρέμεινε για αρκετές ημέρες. Παρόλα αυτά, το δικαστήριο δεν αναγνώρισε την επείγουσα ανάγκη και την σοβαρότητα της κατάστασης ως επαρκή λόγο για την αναβολή της υπόθεσης, αφήνοντας την δικηγόρο σε μια δύσκολη θέση, να διαχειριστεί ταυτόχρονα την υγεία του νεογέννητου και τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις.
Η απόφαση αυτή έρχεται να προστεθεί ως ένα ακόμη “αγκάθι” στην ήδη διαταραγμένη γέφυρα επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των δύο κλάδων του δικαστικού συστήματος. Το επιχείρημα ότι ο πρόωρος τοκετός, με τις αναπόφευκτες συνεπακόλουθες ιατρικές και ψυχολογικές προκλήσεις, δεν συνιστά “ανωτέρα βία”, εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την κατανόηση της έννοιας αυτής από πλευράς δικαστικών λειτουργών. Το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο την τυπική εφαρμογή του νόμου, αλλά και την ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης, η οποία προϋποθέτει την αναγνώριση και τον σεβασμό των ανθρώπινων συνθηκών και των απρόβλεπτων περιστάσεων που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα ενός δικηγόρου να παραστεί αποτελεσματικά στο δικαστήριο. Η παρούσα περίπτωση υπογραμμίζει την ανάγκη για μια πιο ευέλικτη και ανθρωποκεντρική προσέγγιση εκ μέρους του δικαστικού σώματος.^^ Συγκεκριμένα, η έλλειψη αναγνώρισης του συγκεκριμένου περιστατικού ως λόγου ανωτέρας βίας, δημιουργεί προηγούμενο που ενδεχομένως να επηρεάσει μελλοντικές αποφάσεις και να εκληφθεί ως αδιαλλαξία απέναντι σε σοβαρά προσωπικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι δικηγόροι.
Η νομική πρακτική, ειδικά στον κλάδο της δικηγορίας, απαιτεί συνεχή παρουσία και ετοιμότητα, ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τις θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες και τις υγειονομικές κρίσεις που μπορεί να προκύψουν απροειδοποίητα. Η θέση του δικηγόρου, ο οποίος καλείται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του υπό συνθήκες έντονης σωματικής και ψυχολογικής πίεσης, αφήνοντας πίσω την ανάγκη της φροντίδας ενός πρόωρου νεογνού, σίγουρα παρουσιάζει στοιχεία που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην ευρύτερη ερμηνεία της ανωτέρας βίας, ακόμη και αν δεν υπήρχε απόλυτη αδυναμία παρεμπόδισης. Η απουσία αναγνώρισης αυτής της δυσχερούς κατάστασης, δυστυχώς, υποβαθμίζει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες δικηγόροι, οι οποίες πρέπει να εξισορροπήσουν επαγγελματικές και μητρικές αρμοδιότητες.^^ Η απόφαση αυτή, λοιπόν, όχι μόνο δεν επιλύει την ένταση, αλλά την εντείνει, καθώς αποκαλύπτει μια θεμελιώδη διαφορά στην αντίληψη των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι δικηγόροι στην καθημερινότητά τους.
Το γεγονός ότι ένα τόσο σημαντικό και αναπάντεχο ιατρικό γεγονός, όπως ο πρόωρος τοκετός και η κρίσιμη κατάσταση του νεογνού, δεν κρίθηκε επαρκές για την αναβολή μιας δίκης, υποδηλώνει μια αποσύνδεση από την πραγματικότητα και τις κοινωνικές συνθήκες. Η συνθήκη που βρέθηκε η δικηγόρος, θα μπορούσε αδιαμφισβήτητα να χαρακτηριστεί ως “ανωτέρα βία” στην ευρύτερη της έννοια, καθώς σχετίζεται με γεγονότα απρόβλεπτα, εξωτερικά και ακαταγώνιστα, που εμπόδισαν κατά τρόπο ουσιώδη την εκπλήρωση της επαγγελματικής της υποχρέωσης. Η ερμηνεία αυτή θα έπρεπε να έχει διαφυλάξει την ευημερία της δικηγόρου και του νεογνού της, επιτρέποντας την αναβολή της δίκης, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις προσωπικές της υποχρεώσεις χωρίς την επιπρόσθετη επιβάρυνση της δικαστικής διαδικασίας.











