
Η αδερφή του θύματος, με φωνή φλεγόμενη από οργή και απόγνωση, ξέσπασε δημόσια, εκφράζοντας την βαθύτατη απογοήτευσή της για την εστίαση που δίνεται σε φαινομενικά ασήμαντα ζητήματα, αντί για τις πραγματικές αιτίες που οδήγησαν στην τραγική απώλεια. “Πρέπει να ντρέπεστε,” είπε, απευθυνόμενη έμμεσα στην κοινωνία, “σας νοιάζει η εμφάνισή της, ή το γεγονός ότι κάποιοι την άφησαν να πεθάνει;” Η ερώτησή της αντηχεί με βαρύτητα, αναδεικνύοντας την αποστροφή της για την επιδερμική αντιμετώπιση μιας κατάστασης που, όπως τονίζει, απαιτεί σοβαρότητα, έρευνα και απονομή δικαιοσύνης. Η προσπάθεια διάσωσης της αξιοπρέπειας ενός θύματος δεν πρέπει να επισκιάζεται από την ατιμωρησία εκείνων που, μέσω αμέλειας ή σκοπιμότητας, επέτρεψαν να συμβεί το μοιραίο. Η έμφαση, κατά την ίδια, πρέπει να δοθεί στις πράξεις και τις παραλείψεις, όχι στις φανταχτερές επιφάνειες.
Η έκκληση της αδερφής δεν είναι απλώς μια απεγνωσμένη κραυγή, αλλά μια καυστική κριτική προς ένα σύστημα που, όπως φαίνεται, έχει χάσει τον προσανατολισμό του. “Δίνουμε σημασία σε πράγματα που θα έπρεπε να αγνοούμε,” δηλώνει κατηγορηματικά, υπονοώντας ότι η προσοχή της κοινής γνώμης και των αρμοδίων έχει απομακρυνθεί από το ουσιαστικό ζήτημα: την έκταση της αμέλειας και την πιθανή εγκληματική ευθύνη. Είναι πραγματικά λυπηρό, συνεχίζει, το γεγονός ότι η συζήτηση έχει ξεφύγει από την ουσία. Η διαρκής επανάληψη αυτής της φράσης, “πρέπει να ντρέπεστε,” αποτυπώνει την ένταση της δυσαρέσκειάς της. Δεν είναι η εξωτερική όψη, ούτε οι εντυπώσεις που πρέπει να μας απασχολούν. Η καρδιά του προβλήματος βρίσκεται αλλού. Η γυναίκα αυτή, όπως και κάθε άνθρωπος, δικαιούται σεβασμό, όχι μόνο εν ζωή, αλλά και στη μνήμη της.
Ο σεβασμός αυτός, όμως, δεν έρχεται μόνο με την προβολή μιας θετικής εικόνας, αλλά με την αλήθεια και την απονομή δικαιοσύνης. Ο αγώνας για την ανάδειξη της αλήθειας είναι η μόνη πραγματική τιμή που μπορεί να δοθεί σε ένα θύμα, όταν η ζωή του έχει χαθεί άδικα. Η αποκάλυψη των πραγματικών συνθηκών, η διερεύνηση των ευθυνών, και η τιμωρία των υπαιτίων είναι τα μόνα ζητήματα που έχουν πραγματική βαρύτητα. Όλα τα άλλα, οι εντυπώσεις, οι συζητήσεις για την εμφάνιση, είναι απλώς περισπασμοί που ωχριούν μπροστά στην απώλεια μιας ζωής. “Κανείς δεν εξετάζει τι έκαναν στην Μυρτώ” είναι η οδυνηρή παρατήρηση που συμπυκνώνει την άποψή της. Αυτό το “τι έκαναν” είναι το κεντρικό ερώτημα, η καρδιά του προβλήματος, η πηγή της αγανάκτησης.
Η ανάγκη για απαντήσεις, για διαφάνεια, για την πραγματική δικαιοσύνη, είναι επιτακτική. Η διαρκής εστίαση σε δευτερεύοντα θέματα, όπως η εμφάνιση, αποτελεί προσβολή στη μνήμη της και στην ίδια την αλήθεια. Καθημερινά, γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων αντιδράσεων, που δείχνουν την άρνηση να κοιτάξουμε την πραγματικότητα στα μάτια και να αντιμετωπίσουμε τις σκοτεινές πτυχές της κοινωνίας μας, όταν αυτές αφορούν απώλειες ανθρώπινων ζωών.













