
Η άγρια δολοφονία του διακεκριμένου ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου, που διαπράχθηκε μέσα στο ίδιο του το δικηγορικό γραφείο, στο κέντρο της Αθήνας, προκαλεί βαθιά ανησυχία και κινητοποιεί τις αρχές. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ο δράστης, μετά την αποτρόπαια πράξη του, φαίνεται να προέβη σε μια σκόπιμη ενέργεια για να καλύψει τα ίχνη του: την εξαφάνιση του κινητού τηλεφώνου του θύματος. Η εξονυχιστική έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τους αξιωματικούς του τμήματος Ανθρωποκτονιών στον τόπο του φρικτού εγκλήματος δεν κατέστη δυνατόν να εντοπίσει την πολύτιμη αυτή συσκευή, γεγονός που έχει οδηγήσει τις αστυνομικές αρχές σε σοβαρές εκτιμήσεις. Οι έρευνες εστιάζουν στην πιθανότητα ο δράστης να επιχειρεί να σβήσει κάθε ψηφιακό ίχνος, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολο τον εντοπισμό του και προκαλώντας εικασίες για πιθανή διαφυγή του στο εξωτερικό.
Η απουσία του κινητού από τον χώρο του εγκλήματος υποδηλώνει μια προμελετημένη κίνηση, με σκοπό την παρακώλυση της μελλοντικής αστυνομικής διερεύνησης και την αποφυγή ταυτοποίησης, ενισχύοντας το σενάριο της αποδημίας του. Η σχολαστική έρευνα στον τόπο του εγκλήματος, η οποία είναι σε πλήρη εξέλιξη, επικεντρώνεται στον εντοπισμό οποιωνδήποτε στοιχείων θα μπορούσαν να ρίξουν φως στην ταυτότητα του δράστη και στα κίνητρα που τον οδήγησαν σε αυτήν την απάνθρωπη πράξη. Η αφαίρεση του κινητού τηλεφώνου, που θεωρείται πλέον ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία για την ταυτοποίηση και τον εντοπισμό ατόμων, ερμηνεύεται ως μια ξεκάθαρη προσπάθεια από πλευράς του δολοφόνου να απομακρυνθεί από την σκηνή του εγκλήματος όσο το δυνατόν πιο «καθαρά», χωρίς να αφήσει πίσω ίχνη που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν στην προσαγωγή του ενώπιον της δικαιοσύνης.
Οι αστυνομικοί εξετάζουν όλα τα πιθανά σενάρια, με την ανησυχία να εντείνεται όσο περνάει ο χρόνος, καθώς η πιθανότητα διαφυγής του δράστη στο εξωτερικό, εκμεταλλευόμενος τον χρόνο που χάνεται, αποτελεί μια άκρως ρεαλιστική απειλή. Ο νομικός κόσμος της χώρας συγκλονίζεται από την είδηση, ενώ η κοινή γνώμη παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις. Οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν εντατικοποιήσει τις προσπάθειες για τον εντοπισμό του κινητού τηλεφώνου, γνωρίζοντας ότι η συσκευή αυτή μπορεί να περιέχει κρίσιμα στοιχεία, όπως κλήσεις, μηνύματα, γεωγραφικές θέσεις, ακόμα και ψηφιακά ίχνη από την χρήση εφαρμογών, που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία του δράστη και πιθανούς συνεργούς. Η εξαφάνισή του, επομένως, δεν αποτελεί απλή απώλεια, αλλά μια δυνητικά εγκληματική ενέργεια που αποσκοπεί στην αλλοίωση αποδεικτικών στοιχείων.
Οι έρευνες στην ευρύτερη περιοχή του δικηγορικού γραφείου, καθώς και σε πιθανές διαδρομές διαφυγής, είναι σε πλήρη εξέλιξη. Παράλληλα, ελέγχονται τα πλάνα από κάμερες ασφαλελούς, καθώς και μαρτυρίες από τυχόν αυτόπτες μάρτυρες, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί όσο το δυνατόν πληρέστερα το παζλ της υπόθεσης. Η προσπάθεια του δράστη να εξαφανίσει τα ίχνη του, ειδικά ένα τόσο σημαντικό στοιχείο όπως το κινητό, υποδηλώνει συνήθως την ύπαρξη σχεδιασμού και την επιθυμία για δολιοφθορά των ερευνών. Η υπόθεση αυτή θυμίζει σκηνές από ταινία θρίλερ, με την έρευνα να βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο. Ο φόβος ότι ο δολοφόνος μπορεί να έχει ήδη προβεί σε ενέργειες για να περάσει τα σύνορα, ενισχύεται από την απουσία του κινητού, καθώς η τεχνολογία έχει πλέον γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της κίνησης και επικοινωνίας.
Η άμεση ειδοποίηση των συνοριακών φυλακίων και η διεθνής συνεργασία με άλλες υπηρεσίες είναι επίσης πιθανές ενέργειες που εξετάζονται από τις αστυνομικές αρχές, ώστε να αποτραπεί οριστικά η διαφυγή του. Ο Σταύρος Γεωργίου, γνωστός και ιδιαίτερα αγαπητός στην νομική κοινότητα, αποτέλεσε θύμα μιας στυγερής βίας που έχει σοκάρει όλη την Ελλάδα. Η προσπάθεια του δράστη να «σβήσει» τα ψηφιακά ίχνη, πριν επιχειρήσει την απόδρασή του, δείχνει την ψυχραιμία και τηνθοσκοπική προετοιμασία που ενδεχομένως είχε καταβάλει. Η αστυνομία, ωστόσο, είναι αποφασισμένη να μην αφήσει καμία πέτρα αναπο στροφή, με στόχο την αποκάλυψη της αλήθειας και την απόδοση δικαιοσύνης για το θύμα.













