
Η Ελλάδα κατέχει θλιβερά την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με το ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται στην κάλυψη του στεγαστικού κόστους. Οι πρόσφατες αυξήσεις στους μισθούς, που χαιρετίστηκαν ως ένα αναγκαίο βήμα για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού και την ενίσχυση των εργαζομένων, φαίνεται να χάνουν την αξία τους πριν καν γίνουν αντιληπτές. Ο κύριος λόγος αυτής της αποψίλωσης είναι η διαρκής και ραγδαία αύξηση των ενοικίων, η οποία έχει μετατρέψει τη στέγη από βασική ανάγκη σε απροσπέλαστο όνειρο για χιλιάδες οικογένειες. Η κατάσταση αυτή δεν αφορά μόνο την απλή αδυναμία απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας, αλλά και τη δυσκολία εξεύρεσης μισθωμένης κατοικίας σταθερού κόστους, οδηγώντας σε ένα αέναο κυνηγητό για επιβίωση. Το φαινόμενο αυτό έχει άμεσες και σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών.
Το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθύνεται πλέον στην πληρωμή του ενοικίου, αφήνοντας ελάχιστα χρήματα για άλλες απαραίτητες δαπάνες, όπως η διατροφή, η υγεία, η εκπαίδευση και η ψυχαγωγία. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε μείωση της καταναλωτικής δαπάνης, επηρεάζοντας αρνητικά την εγχώρια αγορά και την οικονομική ανάπτυξη. Οι νέοι, ειδικότερα, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δυσοίωνο μέλλον, καθώς η πιθανότητα να αποκτήσουν μια δική τους στέγη ή έστω να νοικιάσουν σπίτι σε προσιτές τιμές έχει μειωθεί δραματικά. Η συνεχιζόμενη αύξηση των ενοικίων έχει δημιουργήσει μια κοινωνική ανισότητα, όπου η πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγαση γίνεται πλέον προνόμιο και όχι δικαίωμα. Η αυξημένη ζήτηση για μισθωμένες κατοικίες, σε συνδυασμό με την περιορισμένη προσφορά και την επέκταση του τουρισμού βραχυχρόνιων μισθώσεων, έχουν οδηγήσει σε ένα ανεξέλεγκτο ράλι τιμών.
Πολλά ακίνητα, ιδίως σε αστικές περιοχές και τουριστικούς προορισμούς, έχουν μετατραπεί σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, αφαιρώντας από την αγορά μακροχρόνιων ενοικίων χιλιάδες διαθέσιμες κατοικίες. Αυτή η στρέβλωση στην αγορά ακινήτων έχει δημιουργήσει ένα δύσκολο περιβάλλον για τους μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι αναγκάζονται να πληρώνουν δυσθεώρητα ποσά για ένα σπίτι, συχνά μακριά από τους τόπους εργασίας τους, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το καθημερινό τους κόστος. Η έλλειψη πολιτικών παρέμβασης και ρύθμισης της αγοράς επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση. Η στέγη έχει πλέον αναδειχθεί στη νέα «αχίλλειος πτέρνα» της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής. Οι οικογένειες αναγκάζονται να εξοικονομούν από άλλους τομείς της ζωής τους, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες στεγαστικές δαπάνες. Η αίσθηση της αβεβαιότητας και της οικονομικής ασφυξίας κυριαρχεί, καθώς η επίτευξη της οικονομικής σταθερότητας και η διασφάλιση ενός ασφαλούς μέλλοντος απομακρύνονται.
Η ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις, που θα αντιμετωπίζουν τόσο την πλευρά της προσφοράς όσο και της ζήτησης, είναι επιτακτική, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία στην αγορά ακινήτων και να διασφαλιστεί η πρόσβαση σε προσιτή στέγαση για όλους τους πολίτες.













