
Η κυβέρνηση, αντιμέτωπη με την εντεινόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια που προκαλείται από την διαρκή πίεση στην αγοραστική δύναμη, φαίνεται να υιοθετεί μία τακτική αποπροσανατολισμού, επικαλούμενη την ανάγκη για ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Ωστόσο, τα εσωτερικά επιχειρήματα περί θεσμικής αυτονομίας δεν μπορούν να καλύψουν την ουσιαστική αποτυχία της στην αντιμετώπιση ενός από τα πιο πιεστικά προβλήματα της εποχής: την ακρίβεια. Τα στατιστικά στοιχεία για τον πληθωρισμό, που έφτασαν στο 3,9% τον Μάρτιο, αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της αδυναμίας της εκτελεστικής εξουσίας να επιφέρει ουσιαστικές λύσεις, αφήνοντας τους πολίτες αβοήθητους μπροστά στην διαρκή αύξηση του κόστους ζωής. Η κυβέρνηση μοιάζει να έχει χάσει τον βηματισμό της, αναζητώντας εξωτερικούς «συμμάχους» για να καλύψει την εσωτερική αδράνεια. Η κριτική για την έλλειψη ουσιαστικών μέτρων στην αντιμετώπιση της ακρίβειας είναι πλέον έντονη και από ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, όχι μόνο από την αντιπολίτευση.
Ο πληθωρισμός, φαινόμενο που έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, παραμένει ανέγγιχτος από τις πολιτικές της κυβέρνησης. Αντί να εστιάζει σε στοχευμένες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν το βάρος στα νοικοκυριά, η κυβέρνηση φαίνεται να προσανατολίζεται σε αόριστες δηλώσεις και στην επιφάνεια των προβλημάτων. Η διαρκής επίκληση της ανάγκης για «αποκομματικοποίηση» και «αυτονομία» της δικαιοσύνης, αν και θεμιτή σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο, μοιάζει να επισκιάζει την ανάγκη για άμεση δράση στα καίρια οικονομικά ζητήματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία. Η απουσία αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής είναι εμφανής. Η κυβέρνηση, κατηγορούμενη για αδράνεια μπροστά στο φάσμα της ακρίβειας, εγείρει ερωτήματα σχετικά με τις πραγματικές της προτεραιότητες. Η αύξηση του πληθωρισμού, που έφτασε στο 3,9% τον Μάρτιο, αποδεικνύει περίτρανα ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί είναι ανεπαρκή ή και ανύπαρκτα.
Αντί να αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα αυτό το κρίσιμο πρόβλημα, η κυβέρνηση επιλέγει να εστιάζει σε ζητήματα θεσμικής τάξης, όπως η ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος. Αυτή η στρατηγική, αν και μπορεί να έχει κάποια απήχηση σε συγκεκριμένα αφηγήματα, δεν αγγίζει τις καθημερινές ανάγκες των πολιτών που βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται. Η κριτική δεν αφορά την ανάγκη για ανεξάρτητη δικαιοσύνη – αυτή είναι αυτονόητη – αλλά την απουσία ουσιαστικής δράσης στα μέτωπα που πραγματικά επηρεάζουν τη ζωή του μέσου πολίτη, όπως η γεωπολιτική αστάθεια και η διεθνής οικονομική συγκυρία. Η επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης, που προσπαθεί να αποδώσει αβελία στους θεσμούς, είναι προβληματική όταν ταυτόχρονα υστερεί σε αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ακρίβειας. Ο πληθωρισμός, με ποσοστό 3,9% τον Μάρτιο, συνεχίζει να αποτελεί σοβαρή απειλή για τα δημόσια οικονομικά και την κοινωνική συνοχή.
Η κυβέρνηση, αντί να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για την αποτυχία της να «τιθασεύσει» τις τιμές, φαίνεται να αναζητά δικαιολογίες, στρέφοντας την προσοχή σε άλλους τομείς. Η έκκληση για «ελεύθερη λειτουργία» της δικαιοσύνης, αν και επιβεβλημένη, κινδυνεύει να εκληφθεί ως άλλοθι για την αδράνεια και την έλλειψη πολιτικής βούλησης να αντιμετωπιστούν τα πραγματικά προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία, όπως η αύξηση των ενοικίων και η μείωση της αγοραστικής δύναμης. Η απομόνωση και η ανάδειξη του προβλήματος της δικαιοσύνης, ενώ ταυτόχρονα η οικονομία «καίγεται» από τον πληθωρισμό, είναι μια επιλογή που χρήζει κριτικής.













