
Το απόγευμα της 5ης Αυγούστου 1973, η ατμόσφαιρα στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ήταν γεμάτη από την προσμονή του ταξιδιού. Επιβάτες της πτήσης 881 της TWA, με προορισμό την πολυσύχναστη Νέα Υόρκη, σχημάτιζαν ουρές στην πύλη 4, περιμένοντας τον τελικό έλεγχο πριν την επιβίβαση στο αεροσκάφος μέσω λεωφορείου. Η συνηθισμένη ροή των διεθνών αφίξεων και αναχωρήσεων διακόπηκε βίαια και απροσδόκητα. Λίγο μετά τις 15:00, η ηρεμία εκτοξεύτηκε σε απόγνωση. Δύο νεαροί άνδρες, ταυτοποιημένοι αργότερα ως Παλαιστίνιοι, αποφάσισαν να μετατρέψουν την αίθουσα αναχωρήσεων σε πεδίο μάχης. Με ξαφνική κίνηση, έβγαλαν τα όπλα τους, πετώντας αμέσως χειροβομβίδες προς το συγκεντρωμένο πλήθος των ανυποψίαστων ταξιδιωτών. Ο ήχος των εκρήξεων και των πυροβολισμών διέλυσε την ατμόσφαιρα, ενώ η αδιακρίτως ρίψη σφαιρών σκόρπισε τον πανικό. Η αίθουσα, που πριν λίγο ήταν γεμάτη από συνομιλίες και ετοιμασία για πτήσεις, μετατράπηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σε σκηνικό απόλυτου χάους και τρόμου.
Η επίθεση αυτή, αν και συχνά αναφέρεται σε πλαίσια τρομοκρατίας, υπήρξε μια τραγική περίπτωση όπου ο αρχικός στόχος των δραστών δεν ταυτοποιήθηκε σωστά, οδηγώντας σε απώλειες αμάχων που δεν είχαν καμία σχέση με την πολιτική διαμάχη. Οι εικόνες που ακολούθησαν ήταν συγκλονιστικές: άνθρωποι να τρέχουν για να σωθούν, άλλοι πεσμένοι στο έδαφος, και η αίσθηση της αδυναμίας μπροστά στην ωμή βία. Η ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα άφησε πολλούς ξένους και Έλληνες πολίτες αντιμέτωπους με έναν εφιάλτη που δεν περίμεναν ποτέ να βιώσουν κατά τη διάρκεια ενός απλού ταξιδιού. Το περιστατικό αυτό ανέδειξε για άλλη μια φορά την ευαλτότητα των δημόσιων χώρων και την ανάγκη για συνεχή επαγρύπνηση και ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας, ιδίως σε διεθνείς κόμβους όπως το αεροδρόμιο.
Η επίθεση στο Ελληνικό, αν και ίσως όχι η πλέον γνωστή τρομοκρατική ενέργεια, αποτελεί μια σκοτεινή υπενθύμιση των κινδύνων που παραμόνευαν στις διεθνείς μεταφορές και των ηρωικών προσπαθειών των υπηρεσιών ασφαλείας που έσπευσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση.













