
Σε έντονους τόνους, ο κ. Σιακαντάρης, πρώην αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, επανεφέρει στο προσκήνιο την ιδέα της «αυτοδιάλυσης» για τους πολιτικούς σχηματισμούς του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ. Η θέση του είναι σαφής: τα δύο αυτά κόμματα έχουν εξαντλήσει τον πολιτικό τους ρόλο και η παρουσία τους στην πολιτική σκηνή πλέον προκαλεί αρνητικά αισθήματα στην πλειοψηφία των πολιτών. Υποστηρίζει δε, ότι ο κόσμος τους αντιλαμβάνεται ως «τοξικά» κατάλοιπα μιας άλλης εποχής, τα οποία δεν προσφέρουν πλέον λύσεις στα σύγχρονα προβλήματα της χώρας. Μια τέτοια εξέλιξη, κατά τον ίδιο, θα αποτελούσε μια αναγκαία κίνηση αυτοκάθαρσης και θα άνοιγε τον δρόμο για την ανάδυση νέων πολιτικών προτάσεων και προσώπων που θα μπορούσαν να εκφράσουν καλύτερα τις προσδοκίες των πολιτών. Για να υποστηρίξει περαιτέρω την επιχειρηματολογία του, ο κ.
Σιακαντάρης αναφέρεται σε προηγούμενες συζητήσεις που φέρεται να είχε με την αείμνηστη Φώφη Γεννηματά και τον νυν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, Νίκο Ανδρουλάκη. Σε αυτές τις συναντήσεις, είχε τονίσει την αναγκαιότητα για «διάλυση των παλαιών μαγαζιών», εάν στόχος τους ήταν η εδραίωση και η πρόοδος του εγχειρήματός τους. Η φράση αυτή ερμηνεύεται ως κάλεσμα για ριζική αναδιοργάνωση ή και πλήρη αποδόμηση των υφιστάμενων κομματικών δομών, προκειμένου να απεγκλωβιστούν από αρνητικές συσχετίσεις και να χαράξουν μια νέα, πιο ελκυστική πορεία. Η τοποθέτησή του αυτή είναι ενδεικτική της γενικότερης αίσθησης δυσπιστίας που επικρατεί απέναντι σε παραδοσιακά πολιτικά σχήματα. Η άποψη περί «τοξικότητας» που αποδίδεται σε κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, αντανακλά μια ευρύτερη τάση απογοήτευσης και απομάκρυνσης των πολιτών από την κεντρική πολιτική σκηνή.
Όταν οι ίδιοι οι πολίτες αντιλαμβάνονται παλαιότερες πολιτικές δυνάμεις ως παγιωμένες, αδυνατώντας να προσαρμοστούν στις νέες κοινωνικοοικονομικές πραγματικότητες και να προσφέρουν ουσιαστικές λύσεις, τότε η προτροπή για αυτοκάθαρση μοιάζει επίκαιρη. Η διατύπωση αυτή ενισχύει την εικόνα μιας πολιτικής «κόπωσης» και αναδεικνύει την ανάγκη για ανανέωση, τόσο σε επίπεδο προσώπων όσο και σε επίπεδο ιδεών και προτάσεων, που θα μπορούν να αγγίξουν πιο άμεσα και αποτελεσματικά τα προβλήματα του καθημερινού ανθρώπου. Η προτροπή για «αυτοδιάλυση» δεν αποτελεί μια απλή κριτική, αλλά μια έντονη δήλωση περί πολιτικής αχρηστίας. Ο κ. Σιακαντάρης, με αυτή του την τοποθέτηση, εκφράζει μια άποψη που φαίνεται να βρίσκει απήχηση σε τμήματα της κοινής γνώμης, τα οποία αναζητούν δραστικές αλλαγές και νέα πρόσωπα στην πολιτική. Η φράση «έχουν τελειώσει πολιτικά» είναι εξαιρετικά βαριά και σηματοδοτεί την ολοκλήρωση ενός κύκλου για τα δύο αυτά κόμματα.
Η αναφορά του στις προηγούμενες ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ, δείχνει ότι η διαπίστωση αυτή δεν είναι καινούργια για τον ίδιο, αλλά μια διαρκής πεποίθηση που τώρα διατυπώνει πιο δημόσια, θέλοντας να πιέσει για περαιτέρω αλλαγές και να αφυπνίσει το πολιτικό ακροατήριο. Καταληκτικά, ο κ. Σιακαντάρης με την ξεκάθαρη και κατηγορηματική του τοποθέτηση, επιδιώκει να πυροδοτήσει έναν διάλογο γύρω από τη βιωσιμότητα και τη χρησιμότητα συγκεκριμένων πολιτικών χώρων. Η αντίληψη της «τοξικότητας» που αποδίδεται σε κόμματα που επί δεκαετίες πρωταγωνίστηκαν στα πολιτικά δρώμενα, υποδηλώνει μια βαθιά αλλαγή στις προτιμήσεις και τις προσδοκίες των ψηφοφόρων. Η πρόταση για αυτοδιάλυση, αν και ριζοσπαστική, αντανακλά την ανάγκη για πολιτικές ανανεώσεις και την αναζήτηση νέων μοντέλων πολιτικής εκπροσώπησης, τα οποία θα μπορούν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις του 21ου αιώνα και να επαναφέρουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες, προσφέροντας ταυτόχρονα νέες ελπίδες.










