– “Μαμά θα μου πεις ένα παραμύθι;”
“Έλα να σε πάρω αγκαλιά. Θα σου πω ένα παραμύθι αληθινό, μια ιστορία, έτσι όπως την έζησα εγώ, όταν ήμουν μικρή, δεκαεφτά χρονών.”
Το κοριτσάκι το μικρό πλησιάζει την μητέρα του και χώνεται στην αγκαλιά της. Ανυπομονεί να ακούσει την ιστορία.
“Πριν πολλά χρόνια την άνοιξη του 2020, ξεκίνησε η ιστορία. Ήταν Μάρτιος μήνας. Τότε εγώ πήγαινα δευτέρα λυκείου, όπως τότε ήταν οι βαθμίδες, δηλαδή οι τάξεις του σχολείου ανάλογα με την ηλικία.
Είχαμε ακούσει ότι σε μια χώρα πολύ μακριά από δω, στην Κίνα, εμφανίστηκε ένα κακό μικρόβιο, μια αρρώστια που για να μην κολλήσεις έπρεπε να μείνεις μέσα στο σπίτι και να μην βγεις καθόλου. Και όλοι μπήκαν στο σπίτι τους και έμειναν μέσα. Το κακό μικρόβιο ταξίδευσε και σε άλλες χώρες πάνω σε ανθρώπους που έμπαιναν στα αεροπλάνα για να κάνουν διακοπές, για να πάνε στις δουλειές τους και έτσι κάπως έφτασε και δω. Στην χώρα μας. Στην Ελλάδα.
Τα σχολεία έκλεισαν στις 11 Μαρτίου και μετά από τρεις μέρες έκλεισαν τα πάντα. Τα μαγαζιά, τα καφενεία, τα θέατρα, οι κινηματογράφοι, οι εταιρείες. Ο παππούς και η γιαγιά σου σταμάτησαν να πηγαίνουν στα γραφεία τους, στην δουλειά τους.”
– “Και τι έκανες μαμά; Ήσουν στο σπίτι όλη μέρα;”
“Ναι, μείναμε στο σπίτι για πολλές μέρες. Εγώ δεν πήγαινα σχολείο, δεν έβλεπα τις φίλες μου. Μου έλειπαν τόσο πολύ… Μιλάγαμε βέβαια στο κινητό, κάναμε βιντεοκλήσεις, αλλά και πάλι μου έλειπαν πολύ. Σταμάτησα το βόλεϊ γιατί έκλεισαν τα γήπεδα, τίποτα δεν έμεινε ανοικτό για να μας προστατεύσουν, μόνο τα σούπερ μάρκετ, για να μπορούμε να ψωνίζουμε το φαγητό μας.
Τότε στα δεκαεφτά που ήμουν δεν μπορούσα ακριβώς να καταλάβω γιατί αυτή η αγωνία, γιατί όλα αυτά. Μου εξήγησαν οι γονείς μου, δηλαδή η γιαγιά σου και ο παππούς σου ό,τι αυτή η αρρώστια ήταν πολύ δυνατή, πολύ επικίνδυνη.
Τόσο δυνατή που μπορούσε να σε σηκώσει ψηλά σαν να είσαι μπαλόνι που το παίρνει ο αέρας και το πηγαίνει στα σύννεφα και χάνεται και δεν μπορείς να το δεις. Τα παιδιά δεν κινδύνευαν να γίνουν μπαλόνια, αλλά οι πιο μεγάλοι άνθρωποι, οι προπάπποι σου, δηλαδή ο μπαμπάς και η μαμά της γιαγιάς σου και του παππού σου, έπρεπε να προφυλαχτούν. Αυτοί κινδύνευαν περισσότερο”.
– “Και δεν βγαίνατε από το σπίτι; Ήσασταν συνέχεια μέσα;”
“Όχι, βγαίναμε αφού πρώτα στέλναμε μήνυμα από το κινητό μας, σαν να παίρναμε δηλαδή την άδεια για να βγούμε και να μας αφήσουν. Είχαμε ας πούμε το νούμερο 6 για να βγούμε να περπατήσουμε. Ξέρεις είχαν κλείσει και τα γυμναστήρια και τα γήπεδα και όλα, όπως σου είπα στην αρχή της ιστορίας μας. Έβγαινα λοιπόν με την μητέρα μου να περπατήσουμε και όλα ήταν διαφορετικά. Διαφορετικά, αλλά με έναν τρόπο ωραία.
Πως να στο πω για να καταλάβεις;
Υπήρχε μια ησυχία, τα αυτοκίνητα ήταν κλειδωμένα στα γκαράζ, η ατμόσφαιρα καθαρή και μυρωδάτη, αναπνέαμε και γέμιζαν τα πνευμόνια μας οξυγόνο. Νομίζαμε ότι θα σκάσουμε από τον πολύ καθαρό αέρα. (Βλέπεις, η ατμόσφαιρα τότε ήταν πολύ μολυσμένη.)
Νιώθαμε ότι η πόλη μας άλλαξε, περπατάγαμε και βλέπαμε ήρεμους ανθρώπους να συζητάνε χαμηλόφωνα και παρόλο τον φόβο και την αγωνία, απολαμβάναμε την δροσιά της εποχής σαν να ήταν η πρώτη φορά. Η μαμά μου έπαιρνε βαθιές ανάσες και σχεδόν σε κάθε βήμα μου έλεγε, “μοσχομυρίζει η γειτονιά μας”.
Μιλάγαμε στις βόλτες για αυτό που συνέβη, και αυτό μας έφερε πιο κοντά από ποτέ. Μας ένωσε ακόμα περισσότερο. Ήταν ωραία θυμάμαι που περπατάγαμε χέρι – χέρι. Η μαμά μου δεν δούλευε και ήμασταν συνέχεια μαζί. (Πριν από αυτήν την αρρώστια την έβλεπα πολύ λίγο).
Τα βράδια καθόμασταν όλοι μαζί και παίζαμε επιτραπέζια παιχνίδια ή χαρτιά, μιλάγαμε, γελάγαμε και είχαμε επιτέλους ξεκολλήσει από τις οθόνες των κινητών και των τάμπλετ. Καθαρίζαμε μαζί το σπίτι, μαγειρεύαμε, ψήναμε γλυκά, κάναμε πράγματα που ποτέ δεν κάναμε πριν.
Ζήσαμε τόσο πολύ το σπίτι μας που καταλάβαμε ότι αυτό ήταν η φωλιά μας. Μέναμε στο σπίτι γιατί μόνο εκεί είχαμε ασφάλεια, μόνο στο σπίτι μας. Εγώ βέβαια στα δεκαεφτά μου, ανυπομονούσα να αρχίσω πάλι το σχολείο, όχι για τα μαθήματα, αλλά για να συναντήσω τις φίλες μου και τους φίλους μου.
Μαθήματα κάναμε στο Skype. Ήθελα τόσο πολύ να τους αγκαλιάσω, ήθελα τόσο πολύ να τρέξω στο σπίτι της γιαγιάς μου, αλλά δεν έπρεπε. Ίσως την κόλλαγα το μικρόβιο και την ήθελα την γιαγιά μου, δεν ήθελα να γίνει ένα αστέρι στον ουρανό. Και ξέρεις, εκείνη την άνοιξη, οι νύχτες έγιναν πιο φωτεινές από ποτέ.
Ο ουρανός γέμισε με λαμπερά αστέρια, εκατομμύρια. Δισεκατομμύρια. Πολλοί άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, έγιναν αστέρια τότε. Χάθηκαν από την αρρώστια. Δακρύζαμε κάθε φορά που ακούγαμε στις ειδήσεις για τους ανθρώπους που έφευγαν.
Αν και δεν τους είχαμε συναντήσει ποτέ, κλαίγαμε. Γι’ αυτό προσέχαμε πάρα πολύ.”
– “Και τι έγινε μετά μαμά;”
“Συνεχίσαμε να ζούμε για δυο ακόμα μήνες έτσι. Μένοντας σπίτι. Όμως άλλαξαν πολλά. Γίναμε, σαν κάτι πιο… σοφοί ας πούμε, πιο…χαμογελαστοί.
Παρόλο που αντιμετωπίζαμε έναν τεράστιο κίνδυνο, όλα έγιναν καλύτερα. Ίσως για να αντέξουμε. Γίναμε πιο χαρούμενοι. Μιλάγαμε στο τηλέφωνο με τους δικούς μας ανθρώπους, τους φίλους μας και λέγαμε την λέξη “σ’αγαπώ” αυθόρμητα. “Να προσέχετε” λέγαμε και ευχόμασταν να μην μας χτυπήσει την πόρτα η αρρώστια.
(Διότι είχαμε αναγκαστεί όλα τα προηγούμενα χρόνια να τρέχουμε όλη μέρα σαν τρελοί στις δουλειές μας, στις υποχρεώσεις μας και δεν δίναμε την απαραίτητη σημασία στους δικούς μας, διότι δεν προλαβαίναμε). Τώρα, αν και μακριά ο ένας από τον άλλον, νιώσαμε μια τεράστια αγκαλιά αγάπης να μας τυλίγει. Γιατί το σημαντικότερο παιδί μου εϊναι να νιώθεις μέσα σου την πλημμύρα των συναισθημάτων. Γιατί το σημαντικότερο είναι να χαμογελάς και να γελάνε και τα μάτια σου μαζί.
Και έτσι μέσα σε αυτήν την κατάσταση ήρθε και το Πάσχα. Χωρίς εκκλησία, χωρίς λαμπάδες για την Ανάσταση, χωρίς όλα αυτά που κάναμε τόσα χρόνια πριν.
Ήταν πολύ δύσκολο αυτό. Και όμως έτσι έγινε. Και μείναμε στο σπίτι. Από ότι θυμάμαι ήταν η πρώτη φορά που κάναμε Πάσχα στο σπίτι μας. Πάντα με τον παππού σου και την γιαγιά σου κάπου πηγαίναμε. Στο χωριό, σε κάποιο νησί, στο εξωτερικό. Πάντα κάπου. Να σου πω την αλήθεια, είχε πολύ ενδιαφέρον που μείναμε σπίτι.
Άλλη μια περιπέτεια σκεφτόμουν τότε. Εννοείτε χωρίς καλεσμένους, φίλους, συγγενείς. Θυμάμαι ότι Ανάσταση κάναμε στο μπαλκόνι, μαζί με μας και χιλιάδες άλλοι μικροί και μεγάλοι στα γύρω σπίτια. Τα βαρελότα έσκαγαν τριγύρω, πυροτεχνήματα φώτιζαν τον έναστρο ουρανό, τον χρωμάτιζαν με μηνύματα αισιοδοξίας, ελπίδας, αγάπης, Αναστάσης. “Θα τελειώσει όλο αυτό γρήγορα, ευχηθήκαμε αγκαλιασμένοι όλοι μαζί”.
Τραβάγαμε φωτογραφίες με τα κινητά, θα στις δείξω για να καταλάβεις τι σου περιγράφω, για να δεις ότι η ιστορία που σου λέω είναι αληθινή, τα πυροτεχνήματα έπεφταν χωρίς σταματημό και άστραφταν στο απέραντο ουρανό για αρκετή ώρα. Έγραφαν την δική τους σελίδα με εκκωφαντικό τρόπο αναγγέλοντας την ελπίδα της ζωής, σηματοδοτώντας το τέλος της περιπέτειας. Ήταν και μια γιορτή για όλους αυτούς που έγιναν αστέρια, για όλους αυτούς που έφυγαν μέσα σε μια απέραντη μοναξιά. “Σας αγαπάμε πολυυυυυ…ακούτεεεεεεε”.
Έτσι νιώσαμε να φωνάξουμε εκείνη την Ανάσταση. Να μας ακούσουν σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης. Να φτάσει η φωνή μας μέχρι τον ουρανό. Να ακουστεί μέσα στα νοσοκομεία που πολλοί άνθρωποι πάλευαν για την ζωή τους. Που πολλοί γιατροί αγωνιούσαν και προσπαθούσαν να σώσουν τον παππού και την γιαγιά κάποιου παιδιού. Έτσι ζήσαμε την Ανάσταση του 2020.
Και την επόμενη μέρα του Πάσχα είχα τα γενέθλιά μου. Έκλεινα τα δεκαεφτά.
Τα γιορτάσαμε στο σπίτι απλά, έσβησα τα κεριά που στόλιζαν την τούρτα μου που είχε φταίξει η γιαγιά σου, η μαμά μου δηλαδή. Ήταν πολύ συγκινητικά, αν και είχα κάνει άλλα όνειρα για αυτήν την μέρα.
Μετά το Πάσχα ήρθε η Πρωτομαγιά. Ο κόσμος βγήκε έξω. Τα πάντα ανθισμένα, μυρωδάτα, όλα καθαρά, ο ήλιος πιο λαμπερός από ποτέ, ή έτσι μας φαινόταν εμάς, παντού φωνές, κελαϊδίσματα, μαργαρίτες, χαρούμενα πρόσωπα, ένα αεράκι απαλό που μύριζε ελευθερία.
– “Γιατί είχατε τόση χαρά μαμά; Αφού ούτε να πας στα μαγαζιά δεν μπορούσες;”
“Γιατί γλυκιά μου είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Δηλαδή όλη αυτή η καραντίνα έφτανε στο τέλος της.
Εγώ θα ξανά πήγαινα σχολείο, η μαμά μου και ο μπαμπάς μου θα άρχιζαν την δουλειά τους, θα άνοιγαν τα μαγαζιά, θα μπορούσαμε να πάμε μέχρι την θάλασσα.
Και ήμασταν διπλά και τριπλά χαρούμενοι. Γιατί τα καταφέραμε. Γιατί δεν χάθηκαν πολλές ανθρώπινες ζωές, δεν γέμισε ο ουρανός μας με χιλιάδες αστεράκια, γιατί με κάποιον τρόπο όλο αυτό το κακό μας ένωσε, μας έκανε πιο δυνατούς, πιο αγαπησιάρικους, γιατί περάσαμε μια μεγάλη δοκιμασία και δεν χάσαμε ποτέ το χαμόγελο μας, γιατί τα πυροτεχνήματα εκείνης της νύχτας προλόγισαν τις μέρες χαράς.
Ήταν μια μεγάλη δοκιμασία, ειδικά για μένα που ήμουν δεκαεφτά χρόνων. Τώρα όμως που το σκέφτομαι, πρέπει να ήταν πολύ πιο δύσκολο όλο αυτό για τον πατέρα μου και την μητέρα μου. Ίσως ένας από τους δυο να αρρώσταινε και να γινότανε αστέρι, ίσως να χάνανε τις δουλειές τους και να μην μπορούσαν να μου προσφέρουν αυτά που χρειαζόμουν για τις σπουδές μου, αυτά που είχα πριν την κακιά αρρώστια.
Τώρα που έχω εσένα καταλαβαίνω την αγωνία τους, καταλαβαίνω γιατί ξενύχταγαν και όλο μιλούσαν, μιλούσαν χαμηλόφωνα για να μην με ξυπνήσουν και ακούσω.
Τότε οι γονείς μου ήταν περίπου πενήντα πέντε χρόνων, και αυτό που αντιμετώπιζαν ήταν τόσο άγνωστο, τόσο ξαφνικό και τόσο επικίνδυνο. Τα κατάφεραν όμως όλοι μαζί χωρίς να χάσουν στιγμή το χαμόγελο τους. Τα κατάφεραν όλοι μαζί εδώ στην χώρα μας και πρέπει να είσαι πολύ περήφανη γι’ αυτό. Τα κατάφερα και γω που ήμουν μόνο δεκαεφτά χρονών. Μεγάλωσα κάπως απότομα. Στο σχολείο θα μάθεις πολλά ακόμα γι’ αυτήν την εποχή. Την άνοιξη του 2020.”
-“Μαμά πως την λένε την αρρώστια αυτή;”
“Covid 19”.
Την ιστορία θα την διηγείται (μετά απο χρόνια) η κόρη μου που σήμερα είναι δεκαεφτά χρόνων, στο δικό της παιδί, όπως την έζησε.
Τζώρτζια Βρεττού
photo credits People photo created by pressfoto – www.freepik.com













