
Το κέντρο λήψης αποφάσεων, γνωστό ως Μαξίμου, εμφανίζεται διστακτικό να παράσχει ξεκάθαρες απαντήσεις σχετικά με τα πολυάριθμα σκάνδαλα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες. Η στρατηγική της αποφυγής ή της αοριστίας φαίνεται να αποτελεί την προτιμώμενη μέθοδο αντίδρασης, προκειμένου να διατηρηθεί μια ισορροπία σε ένα ήδη τεταμένο πολιτικό κλίμα. Οι δηλώσεις, αν και γίνονται, πολλές φορές αφήνουν περιθώρια για ερμηνείες, προκαλώντας σύγχυση παρά διευκρινίσεις. Η παροχή πλήρους κάλυψης σε αρμόδια πρόσωπα, όπως υποδηλώνεται, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ανάγκη για άμεση και ουσιαστική διερεύνηση. Το κλίμα αβεβαιότητας που καλλιεργείται εντείνει τις φωνές που ζητούν διαφάνεια. Τοποθετήσεις που περιλαμβάνουν ένα χαρακτηριστικό «ναι μεν, αλλά», όπως αυτές που προκύπτουν μετά τη δημοσιοποίηση των απόψεων του υπουργού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, παραπέμπουν σε μια αμφίρροπη στάση.
Από τη μία, υπάρχει η αναγνώριση της ύπαρξης ενός ζητήματος, από την άλλη, η αδυναμία ή η απροθυμία να δοθεί ένα οριστικό τέλος στην αμφισβήτηση. Αυτό το διττό μήνυμα διευκολύνει την περαιτέρω ανάπτυξη σεναρίων και θεωριών, ενισχύοντας την εικόνα ενός συστήματος που προσπαθεί να διαχειριστεί τη δημοσιότητα παρά να αντιμετωπίσει τις ρίζες των προβλημάτων. Η απουσία σαφούς καταδίκης ή κατηγορηματικής υπεράσπισης, αφήνει ανοιχτό το πεδίο για περαιτέρω ανατιναχτικές εξελίξεις. Πέρα από τις επιμέρους υποθέσεις, το γενικότερο πνεύμα που εκπέμπεται από τα κυβερνητικά κλιμάκια αφήνει την εντύπωση της προσπάθειας περιορισμού της ζημιάς, αντί για μια αποφασιστική αντιμετώπιση. Οι αναφορές στην ανάγκη για προστασία του ηθικού της χώρας δεν αρκούν όταν η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης αμφισβητείται συστηματικά. Η παροχή «πλήρους κάλυψης» σε στελέχη που βρίσκονται στο επίκεντρο καταγγελιών, εγείρει θεμιτά ερωτήματα για τη συνέπεια και την αυτοκάθαρση.
Η συνεχής σκιά των σκανδάλων επηρεάζει αρνητικά την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για διαφάνεια και λογοδοσία. Η στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ειδικότερα, καθίσταται κρίσιμη. Η ετοιμότητα ή η απροθυμία συνεργασίας με διεθνείς φορείς που είναι επιφορτισμένοι με τη διερεύνηση οικονομικών αδικημάτων, φανερώνει τη βούληση για πλήρη διαλεύκανση. Οι δηλώσεις που αποφεύγουν τη δέσμευση ή αφήνουν αμφίβολους τους όρους της συνεργασίας, υπονομεύουν την αξιοπιστία. Η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί ότι η διαφάνεια δεν είναι απλώς μια λέξη, αλλά μια υποχρέωση, ιδιαίτερα σε εποχές που η κοινή γνώμη είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη σε θέματα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η υπερασπιστική γραμμή, συχνά, εμφανίζεται αδύναμη έναντι των αδιάσειστων στοιχείων που έρχονται στο φως.
