
Σαν σήμερα, η ιστορία γράφει μια πικρή σελίδα για την Κύπρο, την 26η Φεβρουαρίου του 1489. Εκείνη την ημέρα, η Κατερίνα Κορνάρο, η τελευταία βασίλισσα του μεσαιωνικού βασιλείου, έλαβε την δυσμενή απόφαση να εγκαταλείψει τη Λευκωσία και να παραδώσει το βασιλικό στέμμα στους Βενετούς. Αυτή η πράξη επισφράγισε το τέλος μιας εποχής και άλλαξε άρδην την πορεία της κυπριακής ιστορίας, εισάγοντας το νησί σε μια νέα περίοδο ξένης κυριαρχίας. Η Κατερίνα, αν και γεννημένη στην καρδιά της Βενετίας, βρέθηκε να φέρει τον τίτλο της βασίλισσας της Κύπρου μέσω του γάμου της με τον Ιάκωβο Β’, τον ηγεμόνα του νησιού. Η ανερχόμενη της θέση στην εξουσία, όμως, αποδείχθηκε σύντομη και τραγική. Η τύχη, ωστόσο, δεν στάθηκε στο πλευρό της Κατερίνας. Ο θάνατος του συζύγου της, Ιάκωβου Β’, και ακολούθως του μοναχογιού τους, άφησαν την ίδια ανυπεράσπιστη στην κορυφή της κυπριακής διοίκησης.
Περιτριγυρισμένη από έναν ιστό από έντονες πολιτικές πιέσεις, αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα από διαφόρους οίκους και πιέσεις από την πανίσχυρη Βενετία, η Κατερίνα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δίλημμα: να συνεχίσει έναν αγώνα που πιθανόν να οδηγούσε σε ολοκληρωτική καταστροφή, ή να αποδεχθεί την πραγματικότητα και να παραχωρήσει την κυριαρχία, προκειμένου να διασφαλίσει, όπως τουλάχιστον ευελπιστούσε, κάποια στοιχειώδη σταθερότητα για τον τόπο που πλέον θεωρούσε πατρίδα της. Οι ιστορικοί αναλύουν έκτοτε αυτή την απόφαση ως ένα μείγμα προσωπικής αδυναμίας, διπλωματικού ρεαλισμού και ενδεχομένως, προδοσίας. Η ιστορία της Κατερίνας Κορνάρο είναι πολυεπίπεδη και περιβάλλεται από έναν αέρα ίντριγκας και ανατροπών. Η παρουσία της ως βασίλισσα, ακόμα και υπό αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της μεσαιωνικής πολιτικής ζωής της Ανατολικής Μεσογείου. Η Κύπρος, ένα στρατηγικής σημασίας νησί, βρισκόταν διαρκώς στο στόχαστρο των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, με τη Βενετία να επιδιώκει σταθερά την εδραίωσή της στην ευρύτερη περιοχή.
Η αδυναμία της Κορνάρο να σταθεροποιήσει την κυπριακή διακυβέρνηση μετά τις τραγωδίες που τη βρήκαν, άνοιξε τον δρόμο για την υλοποίηση των βενετσιάνικων σχεδίων, μετατρέποντας την Κύπρο σε ένα προτεκτοράτο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Η αναχώρησή της σήμανε την αρχή μιας νέας εποχής, σημαδεμένης από την απώλεια της ανεξαρτησίας. Η παραίτηση της Κατερίνας Κορνάρο δεν ήταν απλώς μια τυπική παράδοση σκήπτρου, αλλά η οριστική κατάργηση του Ανεξάρτητου Βασιλείου της Κύπρου, ενός ενοποιημένου κράτους που είχε διατηρήσει την αυτονομία του για σχεδόν τρεις αιώνες. Οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτή η μεταβίβαση εξουσίας είναι αντικείμενο συζήτησης, με κάποιους να κάνουν λόγο για εξαναγκασμό και άλλους για μια εκούσια, αν και επώδυνη, παραχώρηση. Η Βενετία, με την έμπειρη διπλωματία και την ισχυρή ναυτική της δύναμη, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις αδυναμίες της κυπριακής ηγεσίας.
Η Κατερίνα, παρότι βενετικής καταγωγής, ενσωματώθηκε στην κυπριακή ιστορία ως η μορφή που «πούλησε» το νησί, μια ερμηνεία που, αν και απλουστευτική, αντικατοπτρίζει την τελική έκβαση των γεγονότων και τον αντίκτυπό τους στην εθνική συνείδηση της Κύπρου. Η κληρονομιά της Κατερίνας Κορνάρο παραμένει ζωντανή στην ιστορική μνήμη, αναδεικνύοντας την κρίσιμη στιγμή που η Κύπρος έχασε την ανεξαρτησία της και εντάχθηκε στο βενετσιάνικο πλέον μανδύα. Η ίδια, μετά την παραίτησή της, επέστρεψε στη Βενετία, όπου και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της, φέροντας πάντα τον τίτλο «Κυρία της Τζύπρου». Η ιστορία της αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των περίπλοκων γεωπολιτικών παιχνιδιών που καθόρισαν την τύχη των μικρότερων κρατών στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου κατά τον ύστερο Μεσαίωνα. Η ανατροπή που προκάλεσε η πτώση του βασιλείου, σε συνδυασμό με την έλευση των Βενετών, εγκαινίασε μια νέα περίοδο στην ιστορία της Κύπρου, με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που διαμορφώνουν ταυτότητες και αφηγήματα μέχρι σήμερα.
