Στους δρόμους του Βελιγραδίου υπάρχει ένα γκράφιτι που δεν απεικονίζει κάποιον Σέρβο πολιτικό, στρατιωτικό ή ιστορικό ηγέτη. Απεικονίζει έναν Έλληνα.
Το πρόσωπο είναι του Μαρίνου Ριτσούδη, ενός αξιωματικού του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού που το 1999 αρνήθηκε να συμμετάσχει στην ελληνική αποστολή στο πλαίσιο της επιχείρησης του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας. Η απόφασή του είχε βαρύ τίμημα στην Ελλάδα: οδηγήθηκε στο Ναυτοδικείο, καταδικάστηκε σε φυλάκιση και τελικά αποτάχθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό.
Στη Σερβία, όμως, η ίδια πράξη απέκτησε εντελώς διαφορετική σημασία. Ο Ριτσούδης έγινε σύμβολο της ελληνοσερβικής φιλίας και της προσωπικής συνείδησης απέναντι σε μια στρατιωτική διαταγή. Και σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τα γεγονότα, η ιστορία του εξακολουθεί να είναι ζωντανή.

Η απόφαση του 1999
Ο Μαρίνος Ριτσούδης, γεννημένος το 1968 στον Πειραιά και με καταγωγή από την περιοχή των Φαρσάλων, υπηρετούσε ως ανθυποπλοίαρχος στο Πολεμικό Ναυτικό.
Τον Απρίλιο του 1999, εν μέσω των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ, διατάχθηκε να επιβιβαστεί στο αντιτορπιλικό «Θεμιστοκλής», το οποίο θα έπλεε προς την Αδριατική στο πλαίσιο των ΝΑΤΟϊκών υποχρεώσεων της Ελλάδας.
Ο ίδιος αποφάσισε να μην ακολουθήσει.
Σύμφωνα με τη δική του μεταγενέστερη αφήγηση, η απόφαση ήταν αποτέλεσμα της συνείδησης και της θρησκευτικής του πίστης. Σε συνέντευξή του είχε εξηγήσει ότι, ως Ορθόδοξος Χριστιανός, δεν μπορούσε να συμμετάσχει σε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Σερβίας, την οποία θεωρούσε αδελφό ορθόδοξο λαό.
«Ως Χριστιανός δεν μπορώ να συμμετάσχω σε μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Σερβίας», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του, περιγράφοντας τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόφαση.
Η επιλογή του δεν ήταν χωρίς συνέπειες.
Στις 21 Απριλίου 1999, το Ναυτοδικείο Πειραιά τον έκρινε ομόφωνα ένοχο για ανυπακοή σε διαταγή και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών με τριετή αναστολή. Παράλληλα κινήθηκε η διαδικασία της απόταξής του από το Πολεμικό Ναυτικό.
Η υπόθεση είχε προκαλέσει τότε έντονο ενδιαφέρον. Πολίτες είχαν συγκεντρωθεί έξω από το Ναυτοδικείο, ενώ η απόφαση του δικαστηρίου έγινε δεκτή με χειροκροτήματα από συγκεντρωμένους.
Ο Ριτσούδης προσέβαλε την απόφαση της απόταξης στο Διοικητικό Εφετείο, όμως η προσφυγή απορρίφθηκε. Σύμφωνα με μεταγενέστερες δημοσιευμένες αναφορές, απορρίφθηκε και η προσφυγή του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
«Αν η πατρίδα μου δεχτεί επίθεση, θα την υπερασπιστώ με τη ζωή μου»
Στην απολογία του, ο Ριτσούδης υποστήριξε ότι δεν αρνιόταν γενικά τη στρατιωτική του ιδιότητα ή την υποχρέωσή του να υπερασπιστεί την Ελλάδα.
Αρνιόταν, όπως εξηγούσε, να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον ενός λαού που δεν θεωρούσε εχθρό της Ελλάδας.
Μάλιστα, σύμφωνα με το δημοσίευμα του «Έθνους», είχε δηλώσει πως, εάν η Ελλάδα δεχόταν επίθεση, θα την υπερασπιζόταν ακόμη και με τη ζωή του.
Η υπόθεση έφερε στην επιφάνεια ένα διαχρονικό και δύσκολο ερώτημα: μέχρι πού φτάνει η υποχρέωση υπακοής ενός στρατιωτικού και πού αρχίζει η προσωπική συνείδηση;
Για τον ίδιο τον Ριτσούδη, η απάντηση φαίνεται πως ήταν ξεκάθαρη.
Από το Ναυτοδικείο στο Βελιγράδι
Ενώ στην Ελλάδα η πράξη του είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη και την απώλεια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας, στη Σερβία η ιστορία πήρε διαφορετική τροπή.
Ο Ριτσούδης αντιμετωπίστηκε ως άνθρωπος που στάθηκε στο πλευρό του σερβικού λαού σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας του.
Το 2018, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά το «όχι» του, ο Πατριάρχης Σερβίας Ειρηναίος τον τίμησε στο Βελιγράδι με το παράσημο του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Και εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ιστορίας.
Ο ίδιος ο Ριτσούδης δεν θεωρούσε τον εαυτό του ήρωα.
«Όχι, δεν είμαι και δεν το αξίζω», είχε απαντήσει όταν ρωτήθηκε εάν αισθάνεται ήρωας. Σε εκείνη τη συνέντευξη εξηγούσε ότι οι Σέρβοι τον αντιμετώπιζαν με αυτόν τον τρόπο επειδή ένας στρατιωτικός από άλλη χώρα είχε σταθεί στο πλευρό τους. «Οι πραγματικοί ήρωες είναι οι Σέρβοι», είχε πει.
Αρχικά, μάλιστα, είχε διστάσει να δεχθεί την τιμητική διάκριση. Τελικά την αποδέχθηκε, όπως εξήγησε, επειδή δεν ήθελε να απορρίψει αυτό που ο ίδιος θεωρούσε έκφραση της ευγνωμοσύνης του σερβικού λαού.
Το πρόσωπό του σε τοίχο του Βελιγραδίου
Η μνήμη του δεν περιορίστηκε στην επίσημη βράβευση.
Στη συνοικία Ντόρτσολ του Βελιγραδίου, στην οδό Dunavska, δημιουργήθηκε τοιχογραφία με το πρόσωπό του και μια φράση που συνοψίζει τη στάση που κράτησε το 1999:
«Ως Ορθόδοξος Χριστιανός, δεν μπορώ να συμμετάσχω σε επίθεση εναντίον του αδελφικού λαού».
Η ύπαρξη του γκράφιτι έχει καταγραφεί επανειλημμένα σε ελληνικά και σερβικά δημοσιεύματα, ενώ το 2025 απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα.
Ο λόγος ήταν ο Νόβακ Τζόκοβιτς.
Ανήμερα της 25ης Μαρτίου 2025, ο Σέρβος τενίστας δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φωτογραφία της τοιχογραφίας του Ριτσούδη και τον ευχαρίστησε για τη στάση που είχε κρατήσει το 1999.
Η κίνηση αυτή επανέφερε την ιστορία του Έλληνα αξιωματικού στην επικαιρότητα και στην Ελλάδα, 26 χρόνια μετά τα γεγονότα.
Δρόμος και πάρκο με το όνομά του
Η τιμή προς τον Ριτσούδη δεν περιορίζεται στο Βελιγράδι.
Στη Νις υπάρχει δρόμος που φέρει το όνομά του, ενώ στη Ρούμα δημιουργήθηκε πάρκο με την ονομασία «Μαρίνος Ριτσούδης».
Και τι κάνει σήμερα ο Μαρίνος Ριτσούδης; Σε συνέντευξη τον Μάρτιο του 2025. Όταν ρωτήθηκε με τι ασχολείται μετά την αποχώρησή του από το Πολεμικό Ναυτικό, απάντησε ότι εργάζεται ως καπετάνιος σε σκάφη αναψυχής.
«Το μεγάλο Όχι»
Στην Ελλάδα, η ιστορία του Ριτσούδη είναι πλέον γνωστή κυρίως σε όσους θυμούνται τα γεγονότα του 1999 ή έχουν ασχοληθεί με την υπόθεση. Στη Σερβία, αντίθετα, η μνήμη του διατηρείται με πολύ πιο εμφανείς τρόπους: παράσημο από το Πατριαρχείο, τοιχογραφία στο Βελιγράδι, δρόμος στη Νις και πάρκο στη Ρούμα.
Ο ίδιος, πάντως, έχει επιλέξει όλα αυτά τα χρόνια να μην παρουσιάζει τον εαυτό του ως ήρωα.
Σε συνέντευξή του το 2025 έκλεισε τη συζήτηση αναφέροντας τους στίχους του Κωνσταντίνου Καβάφη από το «Che fece… il gran rifiuto», το ποίημα για εκείνη τη στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου που καλείται να πει το μεγάλο «Ναι» ή το μεγάλο «Όχι».
Για τον Μαρίνο Ριτσούδη, εκείνο το «Όχι» ειπώθηκε τον Απρίλιο του 1999. Του κόστισε τη στρατιωτική του καριέρα, μια δικαστική καταδίκη και μια ζωή που πήρε διαφορετικό δρόμο. Για τους Σέρβους, όμως, έγινε η πράξη για την οποία εξακολουθούν να τον θυμούνται.
