
Οι δηλώσεις του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών, Μεβλούτ Φιντάν, προκάλεσαν άμεσες και ισχυρές αντιδράσεις τόσο από την Αθήνα όσο και από τη Λευκωσία, οι οποίες εξέφρασαν ταυτόχρονα την απόρριψή τους σε οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής ή υποδείξεων. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, με μια απάντηση που χαρακτηρίστηκε από έντονο ύφος, κατέστησε σαφές ότι η χώρα μας δεν δέχεται υποδείξεις, τονίζοντας την πάγια θέση της ελληνικής διπλωματίας για αυτοδιάθεση και σεβασμό στην ανεξαρτησία και την κυριαρχία. Η απάντηση αυτή έρχεται ως απάντηση σε δηλώσεις που κρίθηκαν ως εσφαλμένες και αποπροσανατολιστικές, και οι οποίες επιχειρούν να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα των διμερών σχέσεων με την Τουρκία, θέτοντας σε κίνδυνο τη σταθερότητα και την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή. Η Ελλάδα παραμένει προσηλωμένη στις αρχές του διεθνούς δικαίου και στην άμυνα των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Η Λευκωσία ακολούθησε την ίδια ακριβώς γραμμή, υιοθετώντας μια εξίσου αιχμηρή και κατηγορηματική στάση απέναντι στα λεχθέντα του Τούρκου ΥΠΕΞ. Η Κυπριακή Δημοκρατία, θέτοντας ομοίως τα δικά της εθνικά και διεθνή συμφέροντα σε πρώτη προτεραιότητα, ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να δεχθεί παρεμβάσεις ή υποδείξεις, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι συγκεκριμένες δηλώσεις στοχεύουν ευθέως στην πρόκληση έντασης και στην υπονόμευση των σχέσεων καλής γειτονίας. Η στάση αυτή της Κύπρου αντανακλά την ευαισθησία της χώρας σε θέματα που αφορούν την εθνική της κυριαρχία και την ανάγκη για προστασία των δικαιωμάτων της, ζητώντας παράλληλα την τήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου από όλες τις πλευρές. Η ενιαία και συντονισμένη αντίδραση των δύο Πρωτευουσών υπογραμμίζει την ισχυρή συμμαχία που διατηρούν σε γεωπολιτικό επίπεδο. Αναλυτικότερα, οι δηλώσεις του επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας ερμηνεύθηκαν από την Αθήνα και τη Λευκωσία ως μια συνειδητή προσπάθεια κλιμάκωσης και δημιουργίας τετελεσμένων, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση πραγμάτων.
Τόσο το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών όσο και το αντίστοιχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, τόνισαν ότι δεν πρόκειται να υποκύψουν σε πιέσεις ή να αποδεχθούν αμφισβητήσεις επί της εθνικής τους πολιτικής. Υπογραμμίζεται, δε, η σημασία της σταθερότητας στην περιοχή, η οποία διασφαλίζεται μέσω του σεβασμού των συμφωνιών, του διεθνούς δικαίου και της ειλικρινούς διαλόγου, παρά μέσω προκλητικών και αδικαιολόγητων δηλώσεων που εξυπηρετούν σκοπιμότητες. Η διπλωματική οδός παραμένει η προτιμητέα, αλλά μόνο υπό προϋποθέσεις που διασφαλίζουν την ισοτιμία και τον αμοιβαίο σεβασμό. Η αντίδραση από τις δύο πρωτεύουσες δεν περιορίστηκε σε μια απλή καταγγελία, αλλά συνιστά μια ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση που απορρίπτει κάθε μορφή διπλωματικής εκβίασης ή εκφοβισμού. Έχει γίνει σαφές από τις αλλεμπικές πλευρές ότι οι προσπάθειες χειραγώγησης της κοινής γνώμης και οι προσπάθειες υπονόμευσης των ελληνικών και κυπριακών συμφερόντων θα συναντούν πάντα σθεναρή αντίσταση.
Και οι δύο εθνικές κυβερνήσεις εστιάζουν στο γεγονός ότι οι δηλώσεις Φιντάν φαίνεται να στοχεύουν στην πρόκληση έντασης, σε μια περίοδο που η περιοχή χαρακτηρίζεται ήδη από αυξημένες γεωπολιτικές προκλήσεις. Επομένως, η κοινή και ασυμβίβαστη στάση Ελλάδας και Κύπρου αποτελεί ένα ισχυρό μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση, ότι η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και η διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προτεραιότητες.











