Μια ιστορία ανθρωπιάς από την Ιεράπετρα της Κρήτης έρχεται να θυμίσει πως, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, μια μικρή πράξη φροντίδας μπορεί να προσφέρει ανακούφιση σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Πρωταγωνιστής είναι ο αστυνομικός Αλέξανδρος Φυγετάκης, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του σε χώρο προσωρινής φιλοξενίας μεταναστών, συγκλονίστηκε από την εικόνα τριών μικρών παιδιών και αποφάσισε να τα βοηθήσει με τη συνδρομή της οικογένειάς του.
Η προσωπική του μαρτυρία δεν εστιάζει μόνο στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι που φτάνουν στην Κρήτη, αλλά και στα συναισθήματα ενός ανθρώπου που, παρά τα χρόνια υπηρεσίας του, δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στον πόνο μικρών παιδιών.
Η εικόνα των τριών παιδιών που τον έκανε να λυγίσει
Ο Αλέξανδρος Φυγετάκης υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία από το 1999 και βρίσκεται στην Ιεράπετρα από το 2018. Όπως περιέγραψε ο ίδιος, κλήθηκε να ενισχύσει τα στελέχη του Λιμενικού που επιτηρούσαν τον υπαίθριο χώρο προσωρινής φιλοξενίας στην περιοχή, όπου είχαν στηθεί σκηνές για ανθρώπους που είχαν φτάσει από τη Λιβύη αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.
Ανάμεσα στους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί ήταν μια μητέρα με τα τρία παιδιά της, ηλικίας μόλις δύο, πέντε και έξι ετών. Τα παιδιά ήταν βρεγμένα και ταλαιπωρημένα, χωρίς τα απαραίτητα προσωπικά τους αντικείμενα. Η εικόνα τους ήταν αρκετή για να αγγίξει βαθιά τον αστυνομικό, ο οποίος είδε στα πρόσωπά τους τις δικές του κόρες.
«Και εγώ, ένας άνθρωπος που έχει δει τόσα, στάθηκα εκεί και λύγισα. Γιατί στα πρόσωπά τους είδα τις κόρες μου», έγραψε στην ανάρτησή του, περιγράφοντας τη στιγμή που η επαγγελματική εμπειρία υποχώρησε μπροστά στο συναίσθημα ενός πατέρα.
Η σκέψη ότι τα δικά του παιδιά θα μπορούσαν κάποτε να βρεθούν σε μια αντίστοιχη κατάσταση τον έκανε να αναρωτηθεί τι θα ήθελε να κάνει ένας άγνωστος άνθρωπος για εκείνα, αν βρίσκονταν μακριά από το σπίτι τους, βρεγμένα και φοβισμένα.
«Έκλαψα. Δεν ντρέπομαι που το λέω», εξομολογήθηκε.
Η σύζυγός του ετοίμασε μια τσάντα με ρούχα και είδη για τα παιδιά
Ο αστυνομικός δεν έμεινε μόνο στη συγκίνηση. Επικοινώνησε αμέσως με τη σύζυγό του, Μαίρη Μαυρικάκη, και της περιέγραψε όσα είχε μόλις αντικρίσει. Εκείνη κατάλαβε την ανάγκη και ετοίμασε μια τσάντα με στεγνά ρούχα και απαραίτητα είδη για μικρά παιδιά, πράγματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή προορίζονταν για τη δική τους οικογένεια.
Ο Αλέξανδρος Φυγετάκης μετέφερε τα πράγματα στη μητέρα, ώστε να μπορέσει να αλλάξει τα παιδιά της και να τα φροντίσει. Στη συνέχεια, φρόντισε ώστε η οικογένεια να βρει καταφύγιο σε μια σκηνή, για να περάσει τη νύχτα μαζί, σε όσο το δυνατόν πιο ασφαλείς και ζεστές συνθήκες.
Δεν επρόκειτο για κάποια μεγάλη ή οργανωμένη πρωτοβουλία, αλλά για μια αυθόρμητη κίνηση αλληλεγγύης. Για τον ίδιο, ήταν η ανάγκη να προσφέρει σε τρία παιδιά όσα θα ήθελε να προσφέρει κάποιος στα δικά του, αν βρίσκονταν ποτέ στην ίδια θέση.
«Πεντακόσιοι άνθρωποι. Πεντακόσιες ιστορίες. Πεντακόσιοι πόνοι»
Στην ανάρτησή του, ο αστυνομικός περιέγραψε και τη γενικότερη εικόνα που αντίκρισε στον χώρο προσωρινής φιλοξενίας, όπου, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, βρίσκονταν περίπου 500 άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων.
Η φράση του «Πεντακόσιοι άνθρωποι. Πεντακόσιες ιστορίες. Πεντακόσιοι πόνοι» συμπυκνώνει τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να περιγράψει την κατάσταση, πέρα από τους αριθμούς των αφίξεων και τις συζητήσεις γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα.
Όπως εξήγησε, πίσω από κάθε αριθμό υπάρχουν άνθρωποι με οικογένειες, βιώματα και όνειρα, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα. Και ανάμεσά τους υπάρχουν παιδιά που δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί αναγκάζονται να κοιμούνται σε σκηνές, γιατί βρέχονται και γιατί στερούνται την ασφάλεια που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν έκανε τη δημοσίευση για να προκαλέσει τον οίκτο ή να αποσπάσει επιδοκιμασίες, αλλά για να μεταφέρει μια πραγματικότητα που έζησε από κοντά.
«Η ψυχή δεν έχει στολή»
Το πιο χαρακτηριστικό σημείο της εξομολόγησής του αφορά τη σχέση ανάμεσα στην επαγγελματική ιδιότητα και την ανθρώπινη ευαισθησία. Ο Αλέξανδρος Φυγετάκης περιέγραψε πως, ύστερα από τόσα χρόνια στην Ελληνική Αστυνομία, κατάλαβε ότι υπάρχουν εικόνες που εξακολουθούν να σε αγγίζουν βαθιά, όσο μεγάλη κι αν είναι η εμπειρία σου.
«Γιατί η ψυχή δεν είναι αστυνομικός. Η ψυχή δεν έχει στολή. Η ψυχή είναι πατέρας, μάνα, άνθρωπος», έγραψε στην ανάρτησή του, όπως μεταφέρθηκε από τοπικά μέσα ενημέρωσης.
Και κατέληξε με μια φράση που συνοψίζει το μήνυμα της μαρτυρίας του:
«Δεν είναι αδυναμία να κλάψεις. Αδυναμία είναι να μη βλέπεις».
Ολόκληρη η ανάρτηση του Αλέξανδρου Φυγετάκη
«Καλημέρα…. το παρακάτω κείμενο
δεν το γράφω για like. Δεν το γράφω για εντυπώσεις. Το γράφω γιατί χθες το βράδυ κάτι μέσα μου έσπασε και δεν μπορώ να το κρατήσω….
Είμαι αστυνομικός από το 1999. Από το 2018 υπηρετώ στην Ιεράπετρα. Έχω δει πολλά. Πίστευα ότι έχω μάθει να αντέχω. Απόψε κατάλαβα ότι δεν τα αντέχω όλα.
Η υπηρεσία μου με έστειλε να ενισχύσω τα παιδιά του Λιμενικού που φύλαγαν έναν ανοιχτό χώρο του δήμου, όπου ο Ερυθρός Σταυρός έχει στήσει κάποιες σκηνές. Εκεί βρίσκονται περίπου 500 άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων, που ήρθαν από τη Λιβύη ψάχνοντας μια καλύτερη ζωή. Πεντακόσιοι άνθρωποι. Πεντακόσιες ιστορίες. Πεντακόσιοι πόνοι.
Και ανάμεσά τους ένα κοριτσάκι 2 ετών, με τα αδελφάκια του, 6 και 5 χρονών. Βρεγμένα. Ταλαιπωρημένα. Μόνα με τη μάνα τους, χωρίς τίποτα δικό τους. Και εγώ, ένας άνθρωπος που έχει δει τόσα, στάθηκα εκεί και λύγισα. Γιατί στα πρόσωπα τους είδα τις κόρες μου. Τη μικρή μου, που είναι 18 μηνών. Και τη μεγάλη μου, που είναι 6. Τα δύο μου παιδιά. Και σκέφτηκα: αν αύριο, για οποιονδήποτε λόγο, τα παιδιά μου ήταν εκεί, βρεγμένα, ταλαιπωρημένα, μέσα σε έναν ανοιχτό χώρο, τι θα ήθελα; Τι θα ήθελα να κάνει κάποιος για εκείνα;
Έκλαψα. Δεν ντρέπομαι που το λέω. Έκλαψα σαν άνθρωπος, σαν πατέρας, σαν κάτι μέσα μου που ακόμα δεν έχει πεθάνει ύστερα από τόσα χρόνια σε αυτή τη δουλειά.
Πήρα τη γυναίκα μου Μαιρη Μαυρικακη Της είπα δυο κουβέντες. Εκείνη κατάλαβε. Ετοίμασε μια τσάντα με πράγματα από το σπίτι μας. Στεγνά ρούχα. Πράγματα για μωρά. Πράγματα που τα είχαμε για τα δικά μας παιδιά. Τα πήγα. Η μαμά τους τα άλλαξε. Τα μικρά ηρέμησαν. Τους έβαλα σε μια σκηνή να κοιμηθούν όλα μαζί με τη μαμά τους. Όλα μαζί. Ζεστά. Ασφαλή. Για απόψε τουλάχιστον.
Και μετά γύρισα στη θέση μου και κοίταξα αυτούς τους πεντακόσιους ανθρώπους. Και κατάλαβα κάτι που δεν θέλω να το ξεχάσω ποτέ: αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι νούμερα. Δεν είναι εικόνες στις ειδήσεις. Δεν είναι στατιστικές. Είναι παιδιά. Είναι μάνες. Είναι πατεράδες. Είναι άνθρωποι που κάποτε είχαν σπίτι, γειτονιά, όνειρα, και τώρα κοιμούνται σε σκηνές, βρεγμένοι, με ό,τι πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους.
Δεν το γράφω για να με λυπηθεί κανείς. Δεν θέλω λύπηση. Το γράφω γιατί θέλω να δουν πώς έχει η κατάσταση. Θέλω να δουν ότι πίσω από τους αριθμούς, πίσω από τις πολιτικές, πίσω από τις αντιπαραθέσεις, υπάρχουν μάτια παιδιών που σε κοιτάζουν και δεν καταλαβαίνουν γιατί βρέχονται, γιατί πεινάνε, γιατί φοβούνται. Υπάρχουν μάνες που κρατούν τα παιδιά τους και δεν ξέρουν τι θα τους φέρει το αύριο.
Και όσοι υπηρετούν σε τέτοιες βάρδιες, ας προσέχουν και την ψυχή τους. Γιατί η ψυχή δεν είναι αστυνομικός. Η ψυχή δεν έχει στολή. Η ψυχή είναι πατέρας, μάνα, άνθρωπος. Και όταν βλέπεις ένα παιδί να υποφέρει, η ψυχή δεν ρωτάει από πού ήρθε. Κλαίει.
Δεν είναι αδυναμία να κλάψεις. Αδυναμία είναι να μην βλέπεις.
Αυτό το έζησα εγώ και αυτή είναι η άποψη μου ξέρω ότι σε κάποιους δεν θα αρέσει αλλά εγώ ξέρω ότι γεννήθηκα ΑΝΘΡΩΠΟΣ…»

Η ιστορία του αστυνομικού στην Ιεράπετρα δεν αλλάζει από μόνη της τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες οι οποίες φτάνουν στην Κρήτη. Αναδεικνύει, όμως, κάτι ουσιαστικό: ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από την καταγωγή, την εθνικότητα ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναντάμε έναν συνάνθρωπό μας.
Για τρία μικρά παιδιά, μια τσάντα με στεγνά ρούχα και μια σκηνή όπου θα μπορούσαν να κοιμηθούν δίπλα στη μητέρα τους σήμαιναν λίγη περισσότερη ζεστασιά και ασφάλεια μέσα σε μια δύσκολη νύχτα. Για τον άνθρωπο που τους προσέφερε αυτή τη βοήθεια, ήταν μια υπενθύμιση πως, πέρα από κάθε καθήκον και κάθε στολή, παραμένει η ευθύνη να βλέπουμε τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.











