
Ο Στέφανος Κασσελάκης, πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, έδωσε σαφείς απαντήσεις σχετικά με τις προοπτικές συνεργασιών μετά τις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, απόρριπτοντας κατηγορηματικά το ενδεχόμενο συνεννόησης με τη Νέα Δημοκρατία. Υπογραμμίζοντας τη σημασία των συνεδριακών αποφάσεων του κόμματος, τόνισε ότι αυτές καθορίζουν και τη μετέπειτα πολιτική πορεία, καθιστώντας αδιανόητη οποιαδήποτε σύμπλευση με την κεντροδεξιά παράταξη. Η δήλωσή του ότι «πάνω από το πτώμα μου θα συνεργαστώ με τον Αλέξη Τσίπρα» θέτει ένα αδιαμφισβήτητο όριο, ενώ η αναφορά του σε «έλλειψη σεβασμού» εκ μέρους της κυρίας Τζάκρη, αναδεικνύει τις εντάσεις και τις δυσκολίες στις σχέσεις εντός του χώρου. Ο κ. Κασσελάκης προέβλεψε, επιπλέον, ότι το πολιτικό σκηνικό θα υποστεί σημαντικές αλλαγές μετά τις εκλογές, με την είσοδο στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο νέων πολιτικών δυνάμεων που θα επικεντρώνονται στον ευρύτερο κεντρώο χώρο, μιας εξέλιξης που αναμένεται να διαμορφώσει εκ νέου το τοπίο.
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, ήταν κατηγορηματικός ως προς τις προθέσεις του, εστιάζοντας στη διαφύλαξη της αυτονομίας και της ιδεολογικής φυσιογνωμίας του κόμματος. Η τοποθέτησή του «δεν θα γίνουμε συνιστώσα του ΠΑΣΟΚ» εκπέμπει ένα ισχυρό μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις, τονίζοντας την αντίθεσή του σε κάθε προσπάθεια υποβάθμισης του ρόλου του ΣΥΡΙΖΑ εντός ενός ευρύτερου αριστερού ή κεντροαριστερού σχήματος. Η επικαλούμενη έλλειψη σεβασμού από την βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Ελένη Τζάκρη, προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο στην ήδη τεταμένη σχέση μεταξύ των δύο κομμάτων, υπογραμμίζοντας τις διαφωνίες σε επίπεδο στρατηγικής και πολιτικής τακτικής, ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω αναταράξεις στη διαμόρφωση της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης. Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, ο κ. Κασσελάκης παρέπεμψε στις «συνεδριακές αποφάσεις» του κόμματος, οι οποίες, όπως ανέφερε, έχουν θέσει σαφείς περιορισμούς σε τέτοιου είδους σεναρίους.
Αυτό σημαίνει ότι, ανεξαρτήτως του εκλογικού αποτελέσματος, η κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ είναι σαφώς αντίθετη σε οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας με την κεντροδεξιά, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις και την ευρύτερη πολιτική συζήτηση. Ο ίδιος, με ιδιαίτερη έμφαση, προέβλεψε ότι «μετεκλογικά το τοπίο θα καθαρίσει», κάτι που υποδηλώνει την προσδοκία του για ένα πιο διακριτό πολιτικό χάρτη, όπου οι θέσεις και οι δυνατότητες συνεργασίας θα είναι πιο σαφείς και καθορισμένες. Η τοποθέτηση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ για την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, με την αναφορά σε «6-7 κόμματα που καλύπτουν το κέντρο», υποδηλώνει την αντίληψή του για τη σημερινή και μελλοντική κατάσταση στην Ευρώπη. Πιστεύει ότι η τάση για πολυδιάσπαση και για εμφάνιση νέων πολιτικών δυνάμεων που εστιάζουν στο κέντρο είναι ισχυρή, και ότι η Ελλάδα, αναπόφευκτα, θα ενταχθεί σε αυτή την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Αυτό, σε συνδυασμό με την απόρριψη της συνεργασίας με τη ΝΔ και τη δυναμική δήλωση για τον Αλέξη Τσίπρα, σκιαγραφεί ένα πλαίσιο πολιτικής δράσης που επιδιώκει την ισχυροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ ως αυτόνομης προοδευτικής δύναμης, ικανής να διαπραγματευτεί με τους εταίρους της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς να αλλοτριωθεί ή να συγχωνευτεί με άλλες πολιτικές προτάσεις, ιδίως αυτές που προέρχονται από το πολιτικό φάσμα της Δεξιάς. Επιπλέον, η επισήμανση του κ. Κασσελάκη περί «έλλειψης σεβασμού» από την πλευρά της κ. Τζάκρης, πέρα από την προσωπική διάσταση, μπορεί να ερμηνευθεί και ως ένα ευρύτερο σχόλιο για την ποιότητα του πολιτικού διαλόγου και την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό των σχέσεων μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Δείχνει ότι η αναγκαία ομοψυχία για την αντιμετώπιση της κυβέρνησης δεν προϋποθέτει την απώλεια της κριτικής ικανότητας ή την αποδοχή συμπεριφορών που θεωρούνται μη συναινετικές.
Η πρόταση δε για συνεργασία με τον Αλέξη Τσίπρα, «πάνω από το πτώμα μου», αν και εκφρασμένη με έντονο τρόπο, υποδηλώνει μια βαθιά πίστη στη διαχρονική αξία της προοδευτικής παράταξης και την αναγκαιότητα διατήρησης της ενότητάς της, ακόμη και εν μέσω δυσκολιών, ως προϋπόθεση για την ουσιαστική άσκηση αντιπολιτευτικής πολιτικής και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών.













