
Η ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου, που από πολλούς έχει χαρακτηριστεί ως «Φρανκενστάιν» λόγω των αλλοπρόσαλλων και, κατά την άποψη της αντιπολίτευσης, αντισυνταγματικών διατάξεών του, έχει εισέλθει στην τελική ευθεία. Ιδιαίτερα έντονες είναι οι αντιδράσεις από την πλευρά της προοδευτικής αντιπολίτευσης, η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη νομιμότητα της καθιέρωσης, εστιάζοντας στην κατάργηση του δεύτερου γύρου διεξαγωγής των αυτοδιοικητικών εκλογών. Οι φωνές από αυτό το πολιτικό φάσμα κάνουν λόγο για μια πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία κρίνεται ως αντίθετη προς θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές και αξίες, θέτοντας σε κίνδυνο την ποιότητα της δημοκρατικής έκφρασης και την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων για την τοπική αυτοδιοίκηση. Η αλλαγή αυτή, σύμφωνα με τους επικριτές, δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική τροποποίηση, αλλά μια ουσιαστική ανατροπή των ισορροπιών που εγγυώνται την αντιπροσωπευτικότητα και τη λαϊκή βούληση.
Η αντίληψη πως η κατάργηση της δυνατότητας για δεύτερο γύρο, όπου οι πολίτες μπορούν να επαναξιολογήσουν τις επιλογές τους σε ένα πιο διαμορφωμένο πολιτικό τοπίο, είναι «καινοφανής» και «αντισυνταγματική» εκφράζεται με σαφήνεια από τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Υποδεικνύεται πως ο τρόπος που θεσπίζεται η συγκεκριμένη αλλαγή, χωρίς τη δέουσα συναίνεση και εν μέσω έντονων αντιπαραθέσεων, είναι ενδεικτικός της προσπάθειας για επιβολή, παρά για διαβούλευση. Η αντίδραση αυτή προμηνύει δύσκολες και έντονες κοινοβουλευτικές μάχες, αλλά και ενδεχόμενες νομικές διεκδικήσεις. Οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται σθεναρά στο νέο εκλογικό νομοθέτημα, και ειδικότερα στην αποψίλωση του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών, αναμένεται να εντείνουν τις προσπάθειές τους τις επόμενες ημέρες. Η κριτική τους δεν αφορά μόνο την πρακτική συνέπεια της αλλαγής, που μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργικότερους δήμους και περιφέρειες, αλλά κυρίως την προσβολή του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Θεωρούν ότι η κυβέρνηση παρακάμπτει την ουσία της λαϊκής ετυμηγορίας, διευκολύνοντας την εκλογή υποψηφίων με αμφισβητούμενες πλειοψηφίες, αλλά ταυτόχρονα αποδυναμώνοντας τον ρόλο του πολίτη στην τελική επιλογή. Ο όρος «Φρανκενστάιν» χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει ένα νομοθετικό δημιούργημα που, από τη σύνθεση των διαφόρων τμημάτων του, δημιουργεί ένα αμφίβολης ποιότητας αποτέλεσμα, με απρόβλεπτες και πιθανώς αρνητικές συνέπειες. Η προοπτική της τελικής ψήφισης του νέου εκλογικού νόμου έχει προκαλέσει έντονο πολιτικό αναβρασμό. Η προοδευτική αντιπολίτευση, πέρα από τη γενική καταψήφιση, προετοιμάζει εκτεταμένη νομική και πολιτική ανάλυση των επιπτώσεων, με στόχο να αναδείξει την πλήρη έκταση της «αντισυνταγματικότητας» και της «καινοφάνειας» του νομοσχεδίου. Αναζητούνται όλοι οι δυνατοί τρόποι αντίδρασης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, εφόσον ο νόμος ψηφιστεί. Το κλίμα είναι τεταμένο, καθώς η αντιπαράθεση για τον εκλογικό νόμο αναδεικνύεται σε κεντρικό πολιτικό διακύβευμα, με διακύβευμα την ίδια τη φύση της δημοκρατικής εκπροσώπησης και τη λειτουργία των θεσμών στην Ελλάδα.













