
Χειμωνιάτικη η φετινή Πρωτομαγιά, καθώς ο καιρός φάνηκε και αυτός να «διαμαρτύρεται» για όλα όσα αντιμετωπίζει ο κόσμος της εργασίας.
Μπορεί τα νούμερα της απασχόλησης να ευημερούν, αλλά για τους πιο πολλούς εργαζόμενους, η καθημερινότητα είναι σκληρή : Χαρακτηρίζεται από μισθούς που τελειώνουν στο πρώτο δεκαπενθήμερο ,από απλήρωτες υπερωρίες, επισφαλείς συμβάσεις, δουλειά χωρίς ρεπό, χωρίς ασφάλιση, χωρίς καμία εγγύηση.
Η εργασία παραμένει υποτιμημένη και ανασφαλής.
Ειδικά για τη νέα γενιά, που «γιορτάζει» αυτήν την Πρωτομαγιά με τη δική της ατζέντα: Απαιτώντας καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Συζητώντας με τους φίλους των παιδιών μου, τους περιβόητους Millennials και τη Γενιά Ζ , ακούω συνεχώς να λένε ότι αυτή τη στιγμή η κατάσταση είναι καταστροφική.
Οι μισθοί πενιχροί και το οξύ και άλυτο εν πολλοίς, πρόβλημα της στέγασης , ορθώνουν τεράστια εμπόδια στη νέα γενιά να ζήσει τη ζωή που ονειρεύτηκε.
Για τους άνεργους νέους η κατάσταση είναι φυσικά πολύ χειρότερη. Εκτός από την οικονομική απώλεια, υφίστανται μια αποδυνάμωση της προσωπικότητάς τους, δημιουργώντας εκτεταμένες μορφές υπαρξιακής μοναξιάς.
Αναμφίβολα, η αμοιβή αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της εργασίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να κερδίσουν τα προς το ζην.
Η εργασία είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο. Αντιπροσωπεύει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται με την πραγματικότητα γύρω τους. Είναι μια σχέση με τα υλικά πράγματα και, πάνω απ’ όλα, με τους ανθρώπους.
Σε αυτή την εμπειρία, και οι νέοι βιώνουν για πρώτη φορά ως ενήλικες την άσκηση της ενεργού ιδιότητας του πολίτη, που αποτελείται από δικαιώματα και καθήκοντα, καθώς και την πλήρη αίσθηση της συμμετοχής τους στην κοινοτική διάσταση της κοινωνίας.
Πολλοί νέοι σήμερα αναζητούν θέσεις εργασίας που συνάδουν περισσότερο με τις αξίες τους. «Η βασική προϋπόθεση για την ανθρώπινη ευτυχία είναι η εργασία», έγραψε το 1883 ο Λέων Τολστόι στο δοκίμιό του «Σε τι συνίσταται η πίστη μου».
Πέρα από τους αριθμούς
Για τη νέα γενιά, Πρωτομαγιά σημαίνει να δούμε την εργασία πέρα από τους φαινομενικούς αριθμούς, που διατυμπανίζουν οι κυβερνώντες, λένε τα νεαρά παιδιά.
«Δεν αρκεί να αναρωτηθούμε μόνο πόσες θέσεις εργασίας έχουν δημιουργηθεί», μου είπε ένας 35αρης φίλος, που εργάζεται ως νοσηλευτής: «Πρέπει να αναρωτηθούμε ποια ανθρώπινη και κοινωνική ποιότητα διαθέτουν αυτές οι θέσεις εργασίας. Δημιουργούν αξιοπρέπεια; Σέβονται τους ανθρώπους ή τους καταναλώνουν μέχρι τελικής πτώσης; Τους επιτρέπουν να αισθάνονται χρήσιμοι στους άλλους ή απαιτούν μόνο υπακοή, προσαρμογή και σιωπή; Η καλή εργασία δεν μπορεί πλέον να είναι πολυτέλεια για λίγους. Μια δίκαιη κοινωνία δεν αρκείται απλώς στην κατανομή πόρων. Πρέπει επίσης να παρέχει ευκαιρίες για αναγνώριση και συμμετοχή. Πρέπει να αποτρέψει το νόημα από το να γίνει προνόμιο εκείνων που έχουν την οικονομική δυνατότητα να επιλέξουν. Αφήνοντας τους υπόλοιπους -και πιο πολλούς -πίσω. Με μόνο «βραβείο» την επισφάλεια και την παραίτηση».
Λόγια που προβληματίζουν το σύνολο σχεδόν της νέας γενιάς. Που διαθέτει ίσως τα περισσότερα προσόντα από κάθε προηγούμενη γενιά. Αλλά και που βλέπει την Τεχνητή Νοημοσύνη να καταστρέφει θέσεις εργασίας, ειδικά για τους μορφωμένους νέους.
Τι είδους εργασία θέλουμε
Για ορισμένους τομείς της κοινωνίας, η εργασία κινδυνεύει να χάσει τη σύνδεσή της με την πρόοδο και την αξιοπρέπεια. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, αλλά θα πρέπει να προκαλέσει προβληματισμό εντός της κοινωνίας , αλλά και στα ίδια τα εργατικά συνδικάτα. Όσα υπάρχουν και λειτουργούν βέβαια …
Είναι μήπως υπερβολή να θέσουμε το ερώτημα: «Τι είδους εργασία θέλουμε;». Μια δραστηριότητα στην οποία ο εργαζόμενος βιώνει το πέρασμα του χρόνου στο πόστο του ως την απαραίτητη βάσανο για έναν μισθό;
Μπορεί ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, με την παροιμιώδη και καυστική ειρωνεία του, να γράφει στην «Αλληλογραφία» του, ότι «τελικά, η εργασία εξακολουθεί να είναι ο καλύτερος τρόπος για να περάσεις την ώρα σου».
Αλλά ο Πρίμο Λέβι, ο διάσημος Ιταλό-Εβραίος συγγραφέας και επιζών του Ολοκαυτώματος, στο μυθιστόρημά του «Το κλειδί με αστέρι» ( La chiave a stella), που γράφτηκε το 1978, λέει ότι «το να αγαπάς την εργασία σου, είναι η καλύτερη συγκεκριμένη προσέγγιση της ευτυχίας στη γη».
Το να μιλάμε για αγάπη για την εργασία μας δεν πρέπει να θεωρείται πολυτέλεια, έλεγε ο Πρίμο Λέβι. Αντίθετα, σημαίνει την αποκατάσταση της εργασίας στην πιο ανθρώπινη διάστασή της.
Όταν αυτό που κάνουμε γίνεται μέρος μιας κοινής αφήγησης, όταν οι επιχειρήσεις, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα γραφεία και τα εργοτάξια γίνονται χώροι όπου όχι μόνο δημιουργείται πλούτος, αλλά παράγεται αξία, μοιράζεται με τους άλλους.
Ο σεβασμός, η εμπιστοσύνη και η αξιοπρέπεια στον κόσμο της εργασίας δεν μπορούν πλέον να είναι απλές διακοσμητικές έννοιες.
Όταν λείπουν, χάνουμε όχι μόνο την ευημερία, αλλά και τη συλλογική νοημοσύνη, την ευθύνη και την επιθυμία να συνεισφέρουμε για το κοινό καλό.
Οι νέοι μας, ζητούν και διεκδικούν, η εργασία να πάψει να είναι απλώς μια αγγαρεία ή μια αναγκαιότητα. Αλλά να γίνει μια από τις πιο συγκεκριμένες και όμορφες μορφές της κοινής μας ζωής.













