
Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος προέβη σε μια σθεναρή καταδίκη του αιτήματος που υπέβαλε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ) αναφορικά με την παραίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κ. Τζαβέλλα. Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της Ένωσης, η ενέργεια αυτή του ΔΣΑ αξιολογείται ως “ανεπίτρεπτη και κατάφωρη παρέμβαση” στα εσωτερικά ζητήματα της δικαστικής εξουσίας. Η Ένωση υπογραμμίζει εμφατικά την απαράδεκτη φύση τέτοιων παρεμβάσεων, οι οποίες, κατά την άποψή της, υπονομεύουν ευθέως την αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, θεμελιώδες πυλώνα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Τίθεται επιτακτικά το ζήτημα της ανάγκης διαφύλαξης της θεσμικής αυτοτέλειας των δικαστικών λειτουργών απέναντι σε οποιουδήποτε είδους πιέσεις ή προσπάθειες άσκησης επιρροής. Η εμπεριστατωμένη αντίδραση της Ένωσης Εισαγγελέων δεν περιορίζεται στην απλή απόρριψη του αιτήματος του ΔΣΑ, αλλά επεκτείνεται στην ανάδειξη της σημασίας που έχει η αντικειμενική και αμερόληπτη κρίση από κάθε δικαστικό λειτουργό, καθώς και η πιστή τήρηση των θεσμοθετημένων δικονομικών κανόνων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ένωση απορρίπτει ξεκάθαρα κάθε προσπάθεια άσκησης πίεσης ή οποιασδήποτε μορφής παρέμβασης η οποία θα μπορούσε να αλλοιώσει την ανεξάρτητη λειτουργία των δικαστικών λειτουργών, ειδικά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η στάση της Ένωσης συνιστά μια σαφή δήλωση αρχών, προασπίζοντας τις θεσμικές εγγυήσεις που διασφαλίζουν την εύρυθμη και αδιάβλητη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, όπως οφείλει να είναι σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου. Η αντίδραση αυτή είναι ενδεικτική της προσήλωσης της Ένωσης στην υπεράσπιση της νομιμότητας και της ισχύος των δικαστικών αποφάσεων, απορρίπτοντας κάθε απόπειρα αποσταθεροποίησης. Η θέση της Ένωσης Εισαγγελέων είναι πως τέτοιου είδους κινήσεις, όπως το αίτημα για παραίτηση ενός δικαστικού λειτουργού, ενδέχεται να δημιουργήσουν επικίνδυνα προηγούμενα και να θέσουν σε αμφισβήτηση την ακεραιότητα του δικαστικού σώματος.
Η Ένωση θεωρεί ότι ο ρόλος των δικηγορικών συλλόγων, αν και σημαντικός, δεν πρέπει να επεκτείνεται σε παρεμβάσεις που αφορούν αμιγώς πειθαρχικά ή υπηρεσιακά ζητήματα του εισαγγελικού κλάδου, πόσο μάλλον να εκφράζεται με αιτήματα παραίτησης, τα οποία ενέχουν σοβαρές συνέπειες για την προσωπική και επαγγελματική πορεία του καθ’ ου. Η δημόσια πίεση και η άσκηση παράτυπων πιέσεων θεωρούνται εξαιρετικά προβληματικές, καθώς διαταράσσουν την ισορροπία των εξουσιών και υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη. Η Ένωση εστιάζει στην ανάγκη σεβασμού των θεσμικών ορίων και της αυτόνομης λειτουργίας κάθε δικαστικής και εισαγγελικής αρχής, τονίζοντας την αυτονόητη αξία της διαφάνειας στις διαδικασίες αλλά και τη σημασία της τήρησης του συνταγματικού πλαισίου. Περαιτέρω, η Ένωση Εισαγγελέων τονίζει πως η δικαστική εξουσία λειτουργεί βάσει συγκεκριμένων κανόνων και διαδικασιών, και οποιαδήποτε προσπάθεια παράκαμψής τους ή επιβολής λύσεων μέσω αθέμιτων μέσων είναι καταδικαστέα.
Η ανακοίνωση της Ένωσης έρχεται να υπογραμμίσει ότι η αξιολόγηση της απόδοσης και της συμπεριφοράς ενός δικαστικού λειτουργού εμπίπτει αποκλειστικά σε εσωτερικές διαδικασίες και αρμόδιες αρχές, εντός των πλαισίων που θέτει ο νόμος. Η Ένωση επικρίνει σφόδρα την άποψη ότι η δημόσια διατύπωση αιτημάτων για παραίτηση μπορεί να αποτελέσει νόμιμο ή πρόσφορο μέσο άσκησης κριτικής ή πίεσης, θεωρώντας ότι αυτή η προσέγγιση παραβιάζει βαθύτατα τις αρχές της δεοντολογίας και της νομικής ορθότητας. Η Ένωση επιμένει στην ανάγκη υπεράσπισης του θεσμικού της ρόλου και της αυτοτέλειας, προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στο δικαιοσύνη και να διασφαλιστεί η ανεμπόδιστη απονομή της.













