
Η αυξανόμενη tần suất και η συστηματική φύση των επιθέσεων που δέχεται η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κόβεσι, από επιφανή στελέχη της πολιτικής σκηνής, έχουν γεννήσει έντονη ανησυχία και εικασίες. Οι επικριτικές δηλώσεις, οι κατηγορίες και η γενικότερη προσπάθεια αμφισβήτησης του έργου της, φαίνεται να κινούνται μεθοδικά, προκαλώντας την αντίδραση πολιτικών αναλυτών και παρατηρητών. Αυτή η συντονισμένη πίεση, που συχνά αγγίζει τα όρια της δυσφήμησης, έχει οδηγήσει πολλούς στο να αναζητούν την πηγή της καθοδήγησης, το “τιμόνι” πίσω από αυτή την εκστρατεία. Στο επίκεντρο των συζητήσεων, όλο και πιο συχνά, τίθεται το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η εκτίμηση ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός αποτελεί τον κεντρικό εμπνευστή αυτής της κλιμακούμενης αντίδρασης, βασίζεται σε μια σειρά από παρατηρήσιμα μοτίβα και συμπτώσεις.
Η απουσία σθεναρής υπεράσπισης της θεσμικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από την ελληνική κυβέρνηση, σε συνδυασμό με τη σιωπή απέναντι στις επικρίσεις, ερμηνεύεται από πολλούς ως μια έμμεση, πλην σαφή, επιδοκιμασία. Το ερώτημα πλανάται: η στρατηγική της ακινησίας ή της ελάχιστης αντίδρασης έχει ως στόχο να ενισχύσει την πίεση και να ωθήσει την κατάσταση σε ένα ανεπαρκώς οριοθετημένο σημείο; Η επόμενη κίνηση του πρωθυπουργού είναι κρίσιμη. Η κοινή γνώμη παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα το αν θα επιλέξει να διαφοροποιηθεί από τη γραμμή της σιωπηρής ανοχής, αποσύροντας ουσιαστικά την ανεπίσημη υποστήριξη στην εκστρατεία δυσφήμισης, ή αν θα διατηρήσει την παθητική του στάση. Μια τέτοια στάση, πολλοί φοβούνται, θα σημάνει το πράσινο φως για περαιτέρω κλιμάκωση, με ενδεχομένως απρόβλεπτες συνέπειες για την εικόνα της χώρας και την αξιοπιστία των θεσμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η απόφαση αυτή, όσο και αν φαίνεται να μην αφορά άμεσα την εσωτερική πολιτική σκηνή, έχει βαθύτερες διαστάσεις. Η όλη κατάσταση θέτει ζητήματα θεσμικής ακεραιότητας και ευρωπαϊκής λογοδοσίας. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ως ανεξάρτητος φορέας, έχει αποστολή την καταπολέμηση της απάτης και της διαφθοράς εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, και η στοχοποίησή της μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια υπονόμευσης του έργου της. Η στάση της Ελλάδας σε αυτό το ζήτημα, και ειδικότερα η στάση της ηγεσίας της, θα καθορίσει την αντίληψη για την προσήλωση της χώρας στις ευρωπαϊκές αρχές και τη διαφάνεια. Η αναμονή είναι έντονη, καθώς οι εξελίξεις μπορούν να διαμορφώσουν το πολιτικό τοπίο και τις σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών.













