
Το 5ο Διπλωματικό Φόρουμ της Αττάλειας αποτέλεσε πεδίο έντονης διπλωματικής κινητικότητας, με την συμμετοχή σημαντικών παραγόντων από διάφορες χώρες. Ωστόσο, οι δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τζέιμς Τζέφρι, αναφορικά με την πιθανότητα πώλησης μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Άγκυρα, δημιούργησαν «σιγή ασυρμάτου» στην ελληνική πλευρά. Το ερώτημα που τίθεται, και το οποίο παραμένει αναπάντητο, είναι ποια θα είναι η επίσημη θέση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, έναντι αυτών των προκλητικών,, κατά πολλούς, δηλώσεων. Η απουσία άμεσης και σαφούς αντίδρασης από την Αθήνα προκαλεί προβληματισμό, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε διαρκή ένταση και οι τουρκικές διεκδικήσεις στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου παραμένουν αντικείμενο διαφωνίας. Η στάση των ΗΠΑ, ως βασικού συμμάχου και των δύο χωρών, είναι κρίσιμη για την περιφερειακή ισορροπία.
Είναι γεγονός ότι μετά την αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35, λόγω της προμήθειας του ρωσικού συστήματος S-400, το θέμα της περαιτέρω αμερικανικής στρατιωτικής εμπορικής δραστηριότητας με την Άγκυρα παραμένει «ανοιχτό», προκαλώντας ανησυχία σε γειτονικές χώρες, όπως η Ελλάδα. Η ενδεχόμενη επανέναρξη τέτοιων συνομιλιών, ή η έκφραση θετικής διάθεσης από αμερικανικής πλευράς, θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες στην ευρύτερη γειτονιά και να ενισχύσει την τουρκική αμυντική ισχύ, κάτι που η Αθήνα φροντίζει να αποτρέπει μέσω της διπλωματίας και της ενίσχυσης της δικής της αμυντικής ικανότητας. Η επόμενη ημέρα των δηλώσεων αυτών, και το εάν θα υπάρξει επίσημη αντίδραση από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αναλυτές και παρατηρητές της διεθνούς σκηνής. Το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρέσβης επιλέγει ένα τέτοιο φόρουμ, όπως το Διπλωματικό Φόρουμ της Αττάλειας, για να διατυπώσει ή να υπονοήσει την πιθανή διάθεση αμερικανικών οπλικών συστημάτων στην Τουρκία, δημιουργεί επιπλέον ερωτήματα.
Η Αθήνα, μέχρι στιγμής, φαίνεται να τηρεί στάση αναμονής, μια στρατηγική που, ενώ μπορεί να δίνει χρόνο για εσωτερικές διαβουλεύσεις, εγκυμονεί κινδύνους παρερμηνειών και αίσθησης αδράνειας. Η ελληνική διπλωματία καλείται να διαχειριστεί ένα θέμα που άπτεται άμεσα της εθνικής ασφάλειας, αντιμετωπίζοντας όχι μόνο τις προκλήσεις που προέρχονται από την Άγκυρα, αλλά και την πολιτική των συμμάχων της. Η επόμενη κίνηση της Αθήνας, και η διατύπωση της θέσης της, θα είναι καθοριστική για την επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος και την εν γένει άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Έχει καθιερωθεί η αντίληψη πως ο κ. Γεραπετρίτης τυγχάνει έμπειρος διπλωμάτης, και αναμένεται η δική του τοποθέτηση να είναι στρατηγικά σχεδιασμένη. Σε αυτό το πλαίσιο, η εστίαση παραμένει στην απάντηση που θα δοθεί από την ελληνική πλευρά, και πότε θα δοθεί, σε σχέση με τις εξελίξεις που πυροδοτήθηκαν από τις δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία.
Η δυναμική της κατάστασης απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και ευελιξία από την ελληνική διπλωματία, ώστε να διασφαλιστούν τα εθνικά συμφέροντα και να διατηρηθεί η στρατηγική ισορροπία στην ευρύτερη περιοχή. Η απουσία επίσημης ανακοίνωσης ή σχολίου από το Υπουργείο Εξωτερικών, ενώ γίνονται τέτοιες αναφορές από υψηλούς Αμερικανούς αξιωματούχους, εγείρει ερωτήματα για την ταχύτητα αντίδρασης και την προετοιμασία της Ελλάδας για την αντιμετώπιση τέτοιων διπλωματικών «χτυπημάτων». Η επόμενη εβδομάδα, και οι διπλωματικές κινήσεις που θα ακολουθήσουν, αναμένεται να είναι κρίσιμες για την αποσαφήνιση της ελληνικής θέσης και την αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται.













