
Η Τράπεζα της Ελλάδος εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για τις μελλοντικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, τονίζοντας ότι παράλληλα με την αδιάκοπη πορεία ανάκαμψης και την εντυπωσιακή πρόσφατη απόδοση, καλούνται να αντιμετωπιστούν σοβαροί εξωτερικοί κίνδυνοι. Οι παρατεταμένες γεωπολιτικές αναταραχές, με την επικρατούσα ατμόσφαιρα αβεβαιότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, σε συνδυασμό με την διαρκώς αυξανόμενη απουσία σαφήνειας όσον αφορά την ενεργειακή ασφάλεια και τις τιμές, αποτελούν παράγοντες που δυνητικά μπορούν να υποδαυλίσουν περαιτέρω τις πληθωριστικές τάσεις. Η κατάσταση αυτή, όπως τονίζεται, μπορεί να οδηγήσει σε μια ανεπιθύμητη επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την σταθερότητα της θετικής δυναμικής που έχει επιτευχθεί. Η ρευστότητα και η απρόβλεπτη εξέλιξη των διεθνών γεγονότων απαιτούν συνεχή επαγρύπνηση και ευελιξία. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας υπογραμμίζει την κρισιμότητα της συγκυρίας, όπου η ισχυρή εγχώρια δυναμική δεν μπορεί να απομονωθεί πλήρως από τις δυσμενείς διεθνείς επιδράσεις.
Οι όποιες βελτιώσεις παρατηρούνται στην αγορά εργασίας, στην τουριστική δραστηριότητα και γενικότερα στην εγχώρια παραγωγή, κινδυνεύουν να ανακοπούν από τις ανατιμητικές πιέσεις που εντείνονται λόγω του αυξημένου κόστους ενέργειας και των διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η αναζήτηση εναλλακτικών ενεργειακών πηγών και η ενίσχυση της ενεργειακής αυτάρκειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναδεικνύονται σε πρωταρχικής σημασίας ζητήματα, με άμεσες συνέπειες για την Ευρωζώνη και κατ’ επέκταση για την Ελλάδα. Η πολιτική ευθυγράμμιση και η κοινή δράση είναι επιτακτικές για την αντιμετώπιση των πολλαπλών προκλήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιμετώπιση του πληθωρισμού και η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών, αποτελούν κεντρικούς πυλώνες της νομισματικής πολιτικής. Οι αποφάσεις για την αύξηση των επιτοκίων, αν και αναγκαίες για την τιθάσευση του πληθωρισμού, μπορούν ταυτόχρονα να επιβαρύνουν το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την επενδυτική δραστηριότητα και την κατανάλωση.
Είναι επιτακτική η ανάγκη για ισορροπημένες πολιτικές που θα στοχεύουν τόσο στη διατήρηση της τιμολογιακής σταθερότητας όσο και στην υποστήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Η προσαρμοστικότητα στην άσκηση δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής είναι κρίσιμη για την πλοήγηση σε ένα ασταθές περιβάλλον, διατηρώντας την εμπιστοσύνη των αγορών και των πολιτών. Οι εγχώριες επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμόσουν τα μοντέλα λειτουργίας τους, ενισχύοντας την ανθεκτικότητά τους στις ανατιμήσεις του ενεργειακού κόστους και στις πιθανές ελλείψεις. Η ενσωμάτωση τεχνολογιών που μειώνουν την κατανάλωση ενέργειας, η διαφοροποίηση των προμηθευτών και η επένδυση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποτελούν στρατηγικές κινήσεις που μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία της κερδοφορίας τους. Παράλληλα, η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η ενίσχυση της εξωστρέφειας και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, πρέπει να παραμείνουν στο επίκεντρο της οικονομικής ατζέντας, προκειμένου η χώρα να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της και να θωρακιστεί απέναντι σε μελλοντικούς κλυδωνισμούς, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που θα παρουσιαστούν.





