
Ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, επανήλθε με σφοδρότητα στο διαδίκτυο, καταγγέλλοντας τα συκοφαντικά και παραπλανητικά αφηγήματα που διακινήθηκαν αναφορικά με την επιστροφή της Σοφίας Μητσοτάκη από το Ντουμπάι. Με μια αποστομωτική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κ. Σκέρτσος εξέφρασε τη βαθύτατη θλίψη του για το γεγονός ότι, για άλλη μια φορά, κοινοβουλευτικά κόμματα έσπευσαν να υιοθετήσουν και να αναπαράγουν εντός της Βουλής, δηλαδή στον κατεξοχήν χώρο του δημοκρατικού διαλόγου, «αισχρά ψέματα» τα οποία προέρχονται από περιθωριακές ιστοσελίδες και εφημερίδες που ουδεμία αξιοπιστία διαθέτουν. Η στάση αυτή, όπως τονίζει, υπονομεύει την ποιότητα του δημόσιου λόγου και προσβάλλει τη νοημοσύνη των πολιτών, οι οποίοι εκτίθενται σε μια συνεχή ροή παραπληροφόρησης, συχνά με σκοπιμότητες. Η παραδοχή τέτοιων αναφορών από πολιτικά κόμματα, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα διαθέσιμα στοιχεία και την πραγματικότητα, γεννά εύλογα ερωτήματα.
Η προσπάθεια δημιουργίας συνωμοσιολογικών σεναρίων περί της επιστροφής της κόρης του Πρωθυπουργού, πέρα από την προσωπική διάσταση, αποτελεί σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Η επίκληση αβάσιμων «αποκαλύψεων» και η εκμετάλλευση τους για την άσκηση πολιτικής, χωρίς την ελάχιστη προσπάθεια διασταύρωσης ή την επικύρωση από ανεξάρτητες πηγές, αποκαλύπτει τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκονται ορισμένοι πολιτικοί χώροι, οι οποίοι καταφεύγουν σε τακτικές παραπληροφόρησης προκειμένου να πλήξουν αντιπάλους τους. Η προσπάθεια αυτή, ωστόσο, συχνά αποδεικνύεται μπούμερανγκ, καθώς η αλήθεια τείνει πάντα να λάμπει. Η κυβέρνηση, αντιμετωπίζοντας τέτοιες πρακτικές, δίνει έμφαση στην ανάγκη να υπάρχει διαφάνεια και να παρουσιάζονται τα πραγματικά δεδομένα. Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται κάθε είδους προσπάθεια παραπληροφόρησης επιβεβαιώνεται από τις παρεμβάσεις στελεχών της, όπως η εν λόγω ανάρτηση του κ.
Σκέρτσου. Η αναφορά σε «στοιχεία που τσακίζουν τις συνωμοσίες» υπογραμμίζει την ύπαρξη αδιάσειστων αποδείξεων που καταρρίπτουν τους φαιδρούς ισχυρισμούς. Η πολιτική, στην ουσία της, οφείλει να στηρίζεται στην αλήθεια και στην αντικειμενικότητα, και όχι στη διάδοση ψευδών ειδήσεων, οι οποίες δηλητηριάζουν τον δημόσιο διάλογο και στρεβλώνουν την κοινή γνώμη, δημιουργώντας αδικαιολόγητες ανασφάλειες ή παρεξηγήσεις. Η συνεχής επάνοδος σε θέματα φερόμενης «εμπλοκής» ή «ατασθαλιών» προσώπων που βρίσκονται κοντά στην πολιτική ηγεσία, χωρίς την επίδειξη στοιχειωδών αποδεικτικών τεκμηρίων, σηματοδοτεί μια επικίνδυνη τάση. Όταν μάλιστα αυτά υιοθετούνται από βουλευτές, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο, καθώς εισάγεται σε έναν θεσμικό χώρο η λογική του «ψέματος» και της «συκοφαντίας». Η αναδίπλωση σε τέτοιες τακτικές, αντί της επεξεργασίας ουσιαστικών πολιτικών προτάσεων, φανερώνει έλλειψη επιχειρημάτων και αδυναμία αντιμετώπισης της πραγματικότητας.
Η καταγγελία του κ. Σκέρτσου δεν είναι απλώς μια αντίδραση, αλλά μια υπενθύμιση της ευθύνης που φέρουν όλοι όσοι συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την πληροφόρηση των πολιτών, η οποία πρέπει να βασίζεται σε στέρεες βάσεις και όχι σε ψευδείς κατασκευές.











